Το Πένθος
- Παύλος Μπουρνελές

- 24 Οκτ 2025
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: 26 Οκτ 2025

Το πένθος αποτελεί μια από τις πιο βαθιές και καθολικές ανθρώπινες εμπειρίες. Ενώ όλοι οι άνθρωποι θα έρθουν αντιμέτωποι με την απώλεια, ο τρόπος που βιώνεται, εκφράζεται και υπερβαίνεται διαφέρει ριζικά ανάλογα με το άτομο, την κουλτούρα και το είδος της σχέσης που προϋπήρχε. Παρόλο που η απώλεια συχνά συνδέεται με τον θάνατο, το πένθος δεν αφορά μόνο την απουσία ενός αγαπημένου προσώπου, αλλά μπορεί να προκύψει από κάθε σημαντική αλλαγή στη ζωή — τη λήξη μιας σχέσης, την απώλεια μιας δουλειάς, την ασθένεια ή ακόμα και τη μετάβαση σε μια νέα φάση ζωής (Worden, 2018).
Οι θεωρητικές προσεγγίσεις του πένθους
Η κλασική θεώρηση του πένθους προέρχεται από το ψυχαναλυτικό έργο του Sigmund Freud, ο οποίος στο κείμενό του «Πένθος και Μελαγχολία» (1917) υποστήριξε ότι το πένθος είναι μια διαδικασία αποδέσμευσης της ψυχικής ενέργειας από το χαμένο αντικείμενο, ώστε να μπορέσει το άτομο να επενδύσει ξανά σε νέες σχέσεις. Η θεώρηση αυτή έθεσε τα θεμέλια για πολλές μεταγενέστερες προσεγγίσεις, αν και δέχθηκε και κριτική για τη γραμμικότητα και τη σχετική της έμφαση στη «λύση» του πένθους (Stroebe et al., 2017).
Μία από τις πιο γνωστές σύγχρονες θεωρίες είναι εκείνη των πέντε σταδίων της Elisabeth Kübler-Ross (1969), που περιλαμβάνει την άρνηση, τον θυμό, τη διαπραγμάτευση, τη θλίψη και την αποδοχή. Αν και η θεωρία αυτή έχει συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της ψυχολογικής διεργασίας της απώλειας, σήμερα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ένας περιγραφικός οδηγός παρά ως μια αυστηρά διαδοχική πορεία (Neimeyer, 2016). Οι άνθρωποι δεν βιώνουν τα στάδια με τον ίδιο τρόπο· μπορεί να κινούνται μπρος-πίσω ανάμεσά τους ή να παραμένουν για καιρό σε κάποιο στάδιο.
Πιο πρόσφατα, η θεωρία του διπλού μοντέλου της διαδικασίας του πένθους (Dual Process Model) των Stroebe και Schut (1999) έδωσε μια πιο δυναμική διάσταση στο φαινόμενο. Οι συγγραφείς πρότειναν ότι το πένθος περιλαμβάνει δύο ταυτόχρονες κατευθύνσεις: την αντιμετώπιση της απώλειας (loss-oriented coping), όπου το άτομο έρχεται σε επαφή με τον πόνο και τη θλίψη, και την αντιμετώπιση της αποκατάστασης (restoration-oriented coping), όπου το άτομο προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Η εναλλαγή ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατευθύνσεις θεωρείται υγιής και αναγκαία για την προσαρμογή.
Πολιτισμικές και κοινωνικές διαστάσεις
Το πένθος δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση· είναι και κοινωνικά καθορισμένο. Οι πολιτισμικές αντιλήψεις διαμορφώνουν τις εκδηλώσεις και τα όρια του πένθους. Για παράδειγμα, σε ορισμένες κοινωνίες οι εξωτερικές εκδηλώσεις της θλίψης θεωρούνται απαραίτητες, ενώ σε άλλες προτιμάται η εσωτερική διαχείριση του συναισθήματος (Rosenblatt, 2017). Οι θρησκευτικές παραδόσεις επίσης προσφέρουν πλαίσια νοήματος που βοηθούν το άτομο να ερμηνεύσει τον θάνατο και την απώλεια, λειτουργώντας έτσι ως μηχανισμοί ψυχολογικής στήριξης.
Στη σύγχρονη δυτική κοινωνία, όπου κυριαρχεί η ταχύτητα, η αποδοτικότητα και η αποφυγή του πόνου, το πένθος συχνά περιθωριοποιείται. Οι άνθρωποι νιώθουν την πίεση να «προχωρήσουν» γρήγορα, να επιστρέψουν στη δουλειά, να είναι λειτουργικοί. Αυτό δημιουργεί συχνά μια σιωπηλή θλίψη — μια απώλεια που δεν αναγνωρίζεται ή δεν επιτρέπεται να εκφραστεί πλήρως (Doka, 2002). Το λεγόμενο μη αναγνωρισμένο πένθο αφορά εκείνες τις μορφές απώλειας που η κοινωνία δεν αποδέχεται ή δεν θεωρεί «άξιες» θρήνου, όπως ο θάνατος ενός κατοικίδιου ή η απώλεια μιας εγκυμοσύνης στις πρώτες εβδομάδες.
Το πένθος ως διαδικασία νοηματοδότησης
Ο Robert Neimeyer (2016) πρότεινε ότι το πένθος δεν αφορά μόνο την απώλεια του άλλου, αλλά και την αναδόμηση του νοήματος της ζωής. Μέσα από την απώλεια, το άτομο καλείται να επανερμηνεύσει τον εαυτό του και τον κόσμο. Αυτή η διαδικασία της νοηματοδότησης είναι βαθιά υπαρξιακή και συνδέεται με ερωτήματα για την ταυτότητα, τη σχέση με το παρελθόν και το μέλλον.
Το να βρίσκει κανείς νόημα δεν σημαίνει να ξεχνά ή να «ξεπερνά» την απώλεια, αλλά να ενσωματώνει τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου σε μια νέα αφήγηση ζωής. Η δημιουργία τελετουργιών, η αφήγηση ιστοριών ή η καλλιτεχνική έκφραση συχνά λειτουργούν ως οδοί επανασύνδεσης και νοηματοδότησης (Neimeyer & Sands, 2011). Έτσι, το πένθος μπορεί να μετατραπεί από εμπειρία πόνου σε εμπειρία μεταμόρφωσης.
Η σημασία της υποστήριξης και της κοινότητας
Η κοινωνική στήριξη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στην προσαρμογή στο πένθος. Η παρουσία ανθρώπων που ακούν χωρίς να προσπαθούν να «διορθώσουν» τη θλίψη, η κοινή μνήμη και η αποδοχή του πένθους ως φυσικής διεργασίας, μπορούν να μειώσουν το αίσθημα απομόνωσης (Bonanno, 2019). Ταυτόχρονα, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας παίζουν καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις παρατεταμένου πένθους (prolonged grief disorder), το οποίο αναγνωρίζεται πλέον και από τα διαγνωστικά εγχειρίδια (APA, 2022).
Η θεραπευτική προσέγγιση δεν αποσκοπεί στο να «εξαλείψει» τον πόνο, αλλά στο να βοηθήσει το άτομο να ζήσει μαζί του, να επανενταχθεί στη ζωή και να αναδομήσει τη σχέση του με τον χαμένο άνθρωπο με έναν εσωτερικό, συμβολικό τρόπο (Worden, 2018). Η ενσυναίσθηση, η αποδοχή και η αυθεντική ανθρώπινη παρουσία αποτελούν τους πυλώνες αυτής της στήριξης.
Το πένθος ως πράξη αγάπης
Παρά την οδύνη του, το πένθος είναι μια βαθιά πράξη αγάπης. Αντικατοπτρίζει το βάθος της σχέσης και τη σημασία που είχε το πρόσωπο ή το γεγονός που χάθηκε. Όπως σημειώνει η C. S. Lewis στο προσωπικό του έργο για την απώλεια, «το πένθος είναι το τίμημα της αγάπης» (Lewis, 1961). Αυτή η φράση συνοψίζει την ουσία του φαινομένου: όπου υπάρχει βαθιά σύνδεση, η απώλεια δεν μπορεί παρά να αφήσει βαθύ αποτύπωμα.
Το να επιτρέψει κανείς στον εαυτό του να πενθήσει δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά δύναμης. Είναι η αποδοχή της ανθρώπινης τρωτότητας και της ικανότητάς μας να συνδεόμαστε. Μέσα από το πένθος, ο άνθρωπος αναγνωρίζει όχι μόνο τον θάνατο, αλλά και τη ζωή — τη συνέχειά της μέσα από τη μνήμη, την αλλαγή και την αγάπη που επιμένει.
Συζήτηση
Το πένθος δεν είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση, αλλά μια εμπειρία προς κατανόηση. Είναι μια πορεία που απαιτεί χρόνο, χώρο και ευαισθησία. Κάθε απώλεια είναι μοναδική, όπως και κάθε σχέση. Η ψυχολογική θεωρία και η κλινική πράξη προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για να κατανοήσουμε αυτήν τη διαδικασία, όμως το ουσιαστικότερο στοιχείο παραμένει η ανθρώπινη παρουσία — η δυνατότητα να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον, σιωπηλά αλλά με κατανόηση. Το πένθος, τελικά, δεν μας απομακρύνει από τη ζωή· μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία της.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Publishing.
Bonanno, G. A. (2019). The other side of sadness: What the new science of bereavement tells us about life after loss. Basic Books.
Doka, K. J. (2002). Disenfranchised grief: Recognizing hidden sorrow. Lexington Books.
Freud, S. (1917). Mourning and melancholia. In The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud* (Vol. 14). Hogarth Press.
Kübler-Ross, E. (1969). On death and dying. Macmillan.
Lewis, C. S. (1961). A grief observed. Faber & Faber.
Neimeyer, R. A. (2016). Techniques of grief therapy: Assessment and intervention. Routledge.
Neimeyer, R. A., & Sands, D. (2011). Meaning reconstruction in bereavement: From principles to practice. Journal of Contemporary Psychotherapy, 41(2), 73–81.
Rosenblatt, P. C. (2017). The social context of private feelings: Death, grief, and ethnography. Routledge.
Stroebe, M., & Schut, H. (1999). The dual process model of coping with bereavement: Rationale and description. Death Studies, 23(3), 197–224.
Stroebe, M., Schut, H., & Boerner, K. (2017). Cautioning health-care professionals: Bereaved persons are misguided through the stages of grief. Omega: Journal of Death and Dying, 74(4), 455–473.
Worden, J. W. (2018). Grief counseling and grief therapy: A handbook for the mental health practitioner (5th ed.). Springer Publishing Company.


