Η ψυχολογική διαφορά ανάμεσα στο «διαλέγω» και στο «επιλέγω» σύντροφο
- Παύλος Μπουρνελές

- 3 Δεκ 2025
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: 4 Δεκ 2025

Η ανθρώπινη διαδικασία επιλογής συντρόφου αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που συνδέεται με γνωστικούς, συναισθηματικούς, εξελικτικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς. Στην ελληνική γλώσσα, η διάκριση ανάμεσα στο «διαλέγω» και το «επιλέγω» συνήθως περνά απαρατήρητη, ωστόσο, σε ψυχολογικό επίπεδο, αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικούς τρόπους λήψης αποφάσεων. Το «διαλέγω» παραπέμπει σε μια αυθόρμητη, περισσότερο συναισθηματική και στιγμιαία διαδικασία, ενώ το «επιλέγω» συνδέεται με στοχασμό, αξιολόγηση κριτηρίων και συνειδητή δράση. Η διάκριση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη θεωρία της διπλής επεξεργασίας (dual-process theory), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αποφασίζουν είτε μέσω ενός γρήγορου και διαισθητικού συστήματος (Σύστημα 1), είτε μέσω ενός βραδύτερου και αναλυτικού (Σύστημα 2) (Kahneman, 2011). Έτσι, το «διαλέγω» αντιστοιχεί περισσότερο στο πρώτο, ενώ το «επιλέγω» στο δεύτερο.
Η διαδικασία του «διαλέγω» συχνά ενεργοποιείται από τη ρομαντική έλξη, η οποία έχει έντονα νευροβιολογικά θεμέλια. Έρευνες δείχνουν ότι τα πρώτα στάδια ερωτικού ενδιαφέροντος διεγείρουν περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή και την απελευθέρωση ντοπαμίνης, οδηγώντας το άτομο σε μια έντονη, συχνά παρορμητική κατάσταση (Fisher, Aron, & Brown, 2006). Η διαδικασία αυτή είναι κατά κύριο λόγο αυτόματη και μη συνειδητή, και γι’ αυτό τα άτομα περιγράφουν συχνά το ερωτικό τους ενδιαφέρον ως κάτι που «απλώς συνέβη», χωρίς να προηγήθηκε αξιολόγηση συμβατότητας ή μακροπρόθεσμων στόχων. Επιπλέον, τα άτομα τείνουν να έλκονται από πρόσωπα που ενεργοποιούν οικεία συναισθήματα και μοτίβα που προέρχονται από τις πρώιμες σχέσεις τους (Fraley & Shaver, 2000). Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές το «διαλέγω» αντικατοπτρίζει υποσυνείδητες ανάγκες και προσδοκίες και όχι μια συνειδητή, λειτουργική επιλογή για το παρόν και το μέλλον.
Αυτή η παρορμητική διαδικασία έχει ορισμένα πλεονεκτήματα, καθώς μπορεί να δημιουργήσει γρήγορη συναισθηματική σύνδεση και έντονη έλξη. Ωστόσο, η έρευνα δείχνει ότι η αρχική χημεία δεν αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα της μακροχρόνιας ικανοποίησης και της σταθερότητας της σχέσης (Eastwick et al., 2011). Το άτομο που «διαλέγει» σύντροφο συχνά επηρεάζεται από στιγμιαίες εντυπώσεις, κοινωνικά στερεότυπα, αλλά και από τις ασυνείδητες επιρροές της προσκόλλησης. Για παράδειγμα, άτομα με αγχώδη προσκόλληση είναι πιθανότερο να προσελκύονται από συντρόφους που επιβεβαιώνουν τα μοτίβα φόβου εγκατάλειψης, ενώ άτομα με αποφευκτική προσκόλληση τείνουν να επιλέγουν συντρόφους που διατηρούν συναισθηματική απόσταση (Mikulincer & Shaver, 2016). Στις περιπτώσεις αυτές, το «διαλέγω» δεν αντανακλά πραγματική συμβατότητα, είναι περισσότερο αναπαραγωγή γνωστών –αλλά συχνά δυσλειτουργικών– μοτίβων.
Αντίθετα, το «επιλέγω» σύντροφο εμπεριέχει μια διαδικασία υψηλότερης γνωστικής επεξεργασίας και αυτοπαρατήρησης. Το άτομο εξετάζει αξίες, στόχους ζωής, επίπεδα συναισθηματικής ωριμότητας και συμβατότητα προσωπικοτήτων. Σύμφωνα με την εξελικτική ψυχολογία, οι άνθρωποι επιλέγουν συντρόφους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια που εξυπηρετούν τόσο προσωπικές όσο και εξελικτικές ανάγκες, όπως αξιοπιστία, φροντίδα, υποστήριξη, κοινωνικοοικονομική σταθερότητα ή γονεϊκή ικανότητα (Buss, 2019). Αυτή η διαδικασία είναι πιο αργή και στοχαστική, καθώς απαιτεί γνωστικό φόρτο, ανάλυση και επίγνωση προσωπικών αναγκών. Έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα που επιλέγουν συντρόφους με βάση τέτοια κριτήρια βιώνουν υψηλότερη σχέση ικανοποίησης, καλύτερη επικοινωνία και μεγαλύτερη σταθερότητα (Joel, Eastwick, & Finkel, 2017). Η διαδικασία του «επιλέγω» ενισχύεται όταν το άτομο διαθέτει αυξημένη αυτογνωσία, συναισθηματική ρύθμιση και σαφή αντίληψη των ορίων του.
Η αυτογνωσία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα κατά την ενσυνείδητη επιλογή συντρόφου. Άτομα με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη και βαθύτερη κατανόηση των προσωπικών τους αναγκών τείνουν να αναζητούν σχέσεις που να ανταποκρίνονται στις αξίες και στους μακροχρόνιους στόχους τους, αντί να παρασύρονται από την άμεση έλξη ή την ανάγκη επιβεβαίωσης (Hill & Swanson, 2012). Η μετάβαση από το «διαλέγω» στο «επιλέγω» συχνά απαιτεί ψυχοσυναισθηματική ωρίμανση και, σε πολλές περιπτώσεις, θεραπευτική επεξεργασία των παλαιών μοτίβων προσκόλλησης. Το άτομο που επιλέγει συνειδητά σύντροφο εστιάζει στην ασφαλή συναισθηματική σύνδεση και στην αμοιβαία ανάπτυξη, ενώ αναγνωρίζει δυσλειτουργικές δυναμικές που μπορεί να προκύψουν από την παρόρμηση.
Η κοινωνική και πολιτισμική διάσταση επηρεάζει επίσης την επιλογή συντρόφου. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες καλλιεργούν την ιδέα της ρομαντικής αγάπης ως κάτι αυθόρμητο και μοιραίο, ενισχύοντας την τάση προς το «διαλέγω». Την ίδια στιγμή όμως, η έμφαση στην προσωπική ανάπτυξη και την ψυχική υγεία προωθεί μια πιο συνειδητή, σκεπτόμενη προσέγγιση στις σχέσεις. Επιπλέον, οι εφαρμογές γνωριμιών έχουν αλλάξει δραστικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συναντούν πιθανούς συντρόφους. Από τη μία πλευρά προσφέρουν τη δυνατότητα στρατηγικής επιλογής, από την άλλη όμως προκαλούν υπερφόρτωση επιλογών (choice overload), η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη ικανοποίηση και δυσκολία στη λήψη απόφασης (Wu & Chiou, 2009). Έτσι, το κοινωνικό περιβάλλον μπορεί είτε να προάγει είτε να υπονομεύσει την ενσυνείδητη επιλογή συντρόφου.
Οι επιπτώσεις αυτών των δύο τρόπων επιλογής είναι εμφανείς και στη μακροχρόνια πορεία των σχέσεων. Οι σχέσεις που ξεκινούν με έντονη παρόρμηση και βασίζονται στο «διαλέγω» τείνουν να έχουν υψηλά επίπεδα πάθους στην αρχή, αλλά μπορεί να είναι πιο ευάλωτες σε συγκρούσεις, απογοήτευση και αστάθεια (Campbell & Foster, 2002). Αντιθέτως, οι σχέσεις που βασίζονται σε συνειδητή επιλογή παρουσιάζουν μεγαλύτερη συνοχή, θεμελιωμένη επικοινωνία και ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Η έρευνα του Gottman, βασισμένη σε δεκαετίες παρατήρησης ζευγαριών, δείχνει ότι η σταθερότητα βασίζεται όχι στην αρχική ένταση αλλά στην αμοιβαία κατανόηση, την εμπιστοσύνη και την ενεργητική δέσμευση (Gottman & Silver, 2015). Αυτά τα στοιχεία σχετίζονται περισσότερο με το «επιλέγω» παρά με το «διαλέγω».
Είναι σημαντικό όμως να επισημανθεί ότι η υγιής επιλογή συντρόφου δεν βασίζεται αποκλειστικά στο ένα ή το άλλο άκρο. Η εντελώς παρορμητική επιλογή μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργικές σχέσεις, ενώ η υπερβολικά λογική και αποστειρωμένη επιλογή μπορεί να στερήσει από το άτομο την αυθορμησία, τη χαρά και την ερωτική επιθυμία. Οι πιο ολοκληρωμένες σχέσεις συνδυάζουν στοιχεία και των δύο διαδικασιών. Από τη μία την αυθεντική, αυθόρμητη έλξη και τη συναισθηματική χημεία του «διαλέγω», καθώς επίσης την ωριμότητα, την αυτογνωσία και τη συνειδητή αξιολόγηση του «επιλέγω». Η ισορροπία αυτή επιτρέπει στο άτομο να δημιουργήσει μια σχέση που βασίζεται τόσο στο συναίσθημα όσο και στη συμβατότητα.
Συνοψίζοντας, η διάκριση μεταξύ «διαλέγω» και «επιλέγω» σύντροφο αντανακλά δύο διαφορετικά συστήματα λήψης αποφάσεων τα οποία αλληλεπιδρούν διαρκώς. Το «διαλέγω» εκκινεί από την άμεση έλξη, τα υποσυνείδητα μοτίβα και τις νευροβιολογικές διεργασίες της ανταμοιβής, ενώ το «επιλέγω» βασίζεται σε αυτογνωσία, αξίες, συναισθηματική ωριμότητα και μακροπρόθεσμη συμβατότητα. Η ψυχολογική ωρίμανση συνίσταται στο να αναγνωρίζει το άτομο πότε καθοδηγείται από την παρόρμηση και πότε από τη συνειδητή επιλογή, ώστε να καλλιεργεί σχέσεις που προάγουν την ευημερία και την ανάπτυξή του. Ακόμη, η ενσυνείδητη επιλογή συντρόφου δεν είναι μια στιγμιαία πράξη αλλά μια διαδικασία που απαιτεί εσωτερική δουλειά, παρατήρηση και διάθεση για αμοιβαία δέσμευση. Καθώς οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες μεταβάλλουν τις δυναμικές των σχέσεων, η ικανότητα ισορροπίας ανάμεσα στο «διαλέγω» και στο «επιλέγω» καθίσταται κρίσιμο στοιχείο για τη δημιουργία υγιών, σταθερών και ουσιαστικών δεσμών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.
Buss, D. M. (2019). Evolutionary psychology: The new science of the mind(6th ed.). Routledge.
Campbell, W. K., & Foster, C. A. (2002). Narcissism and commitment in romantic relationships: An investment model analysis. Personality and Social Psychology Bulletin, 28(4), 484–495.
Eastwick, P., Finkel, E., & Eagly, A. (2011). When and why do ideal partner preferences affect the process of initiating and maintaining romantic relationships? Journal of Personality and Social Psychology, 101(5), 935–953.
Fisher, H., Aron, A., & Brown, L. L. (2006). Romantic love: A mammalian brain system for mate choice. Philosophical Transactions of the Royal Society B, 361, 2173–2186.
Fraley, R. C., & Shaver, P. R. (2000). Adult romantic attachment: Theoretical developments, emerging controversies, and unanswered questions. Review of General Psychology, 4(2), 132–154.
Gottman, J., & Silver, N. (2015). The seven principles for making marriage work (2nd ed.). Harmony Books.
Hill, C. A., & Swanson, D. (2012). The role of emotional intelligence and self-awareness in romantic relationship satisfaction. Journal of Social and Personal Relationships, 29(4), 409–432.
Joel, S., Eastwick, P. W., & Finkel, E. J. (2017). Is romantic desire predictable? Machine learning applied to initial romantic attraction. Psychological Science, 28(2), 147–155.
Kahneman, D. (2011). Thinking, fast and slow. Farrar, Straus and Giroux.
Mikulincer, M., & Shaver, P. (2016). Attachment in adulthood: Structure, dynamics, and change (2nd ed.). Guilford Press.
Wu, P., & Chiou, W. (2009). More options lead to more searching and worse choices in finding partners for romantic relationships. Judgment and Decision Making, 4(6), 512–517).


