top of page

Κατάθλιψη: Αναδρομή & Ορισμός

Έγινε ενημέρωση: 26 Οκτ 2025

Κατάθλιψη: Αναδρομή & Ορισμός

Ο όρος «κατάθλιψη» εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα, αντικαθιστώντας τον όρο «μελαγχολία», γνωστό ήδη από την αρχαιότητα και με πολύ ευρύ περιεχόμενο, που περιλάμβανε διάφορες μορφές «ήσυχης παραφροσύνης». Στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή σκέψη, η μελαγχολία συνδέθηκε με την απελπισία, όπως τεκμηριώνεται στο The Anatomy of Melancholy (Burton, 1621). Η εναλλαγή μελαγχολίας και μανίας, που σήμερα θεωρείται διπολική διαταραχή, περιγράφηκε σαφώς το 1854 από τους Falret και Baillarger.


Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Kraepelin διαμόρφωσε τη σύγχρονη ψυχιατρική ταξινόμηση, εισάγοντας τη «μανιοκαταθλιπτική παραφροσύνη» ως βασική κατηγορία. Αρχικά περιέλαβε την ενελικτική μελαγχολία, την οποία αργότερα επανένταξε στη μανιοκαταθλιπτική κατηγορία. Ο Kraepelin υποστήριζε οργανική αιτιολογία και θεώρησε τη μανιοκαταθλιπτική παραφροσύνη ανεξάρτητη από το ψυχολογικό στρες, το οποίο λειτουργεί ως παράγοντας ενεργοποίησης αλλά όχι ως αιτία. Παράλληλα αναγνώρισε περιορισμένα ψυχογενή επεισόδια.


Αντίθετα, οι ψυχαναλυτές Freud και Abraham πρότειναν ψυχογενή προέλευση της κατάθλιψης, συνδέοντας την εμφάνισή της με απώλειες πραγματικών ή συμβολικών αντικειμένων αγάπης. Ο Adolf Meyer εισήγαγε ένα ψυχοβιολογικό μοντέλο, θεωρώντας τις ψυχιατρικές διαταραχές ως αντιδράσεις του οργανισμού σε στρεσογόνους παράγοντες, συνδυάζοντας οργανικούς και ψυχολογικούς παράγοντες. Έτσι διαμορφώθηκαν δύο βασικές θεωρητικές κατευθύνσεις: η οργανική–ιατρική και η ψυχολογική–ψυχοδυναμική.


Τη δεκαετία του 1920 άρχισε η έντονη συζήτηση για τις διακρίσεις ψυχωτικής–νευρωτικής και ενδογενούς–αντιδραστικής κατάθλιψης, ενώ η δεκαετία του 1960 περιλάμβανε πολυπαραμετρικές μελέτες που επικύρωσαν αυτές τις διαφοροποιήσεις. Οι υπότυποι αυτοί επιβιώνουν σήμερα στις έννοιες της μελαγχολίας και του σωματικού συνδρόμου. Την ίδια περίοδο, εμπειρικές μελέτες των Angst και Perris οδήγησαν στον διαχωρισμό μονοπολικής και διπολικής διαταραχής.


Κατάθλιψη ορίζεται ως μια πολυπαραγοντική ψυχική διαταραχή, χαρακτηριστική από επίμονη καταθλιπτική διάθεση και απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης  σε καθημερινές δραστηριότητες, συχνά συνοδευόμενη από αλλαγές στον ύπνο, την όρεξη, την ενέργεια, τη συγκέντρωση και την αυτοεκτίμηση. Η διαταραχή μπορεί να περιλαμβάνει σωματικά συμπτώματα (π.χ. κόπωση, ψυχοκινητική καθυστέρηση), ψυχολογική δυσφορία και κοινωνική/λειτουργική βλάβη. Συνοπτικά, η κατάθλιψη αποτελεί σύνδρομο διάθεσης με πολυπαραγοντική αιτιολογία, που προκαλεί σημαντική ψυχολογική και λειτουργική δυσλειτουργία και απαιτεί ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση και αντιμετώπιση.


Η σύγχρονη ψυχιατρική αντιμετωπίζει την κατάθλιψη ως σύνδρομο με βασικά συμπτώματα καταθλιπτική διάθεση, απώλεια ενδιαφέροντος/ευχαρίστησης και μειωμένη ενέργεια ή κόπωση, διάρκειας τουλάχιστον δύο εβδομάδων, με σημαντική δυσφορία ή λειτουργική βλάβη. Υπάρχουν κριτήρια αποκλεισμού, όπως πένθος, χρήση ουσιών ή ιατρικές παθήσεις. Στο DSM-IV, η μείζων κατάθλιψη απαιτεί πέντε από οκτώ συμπτώματα, ενώ η δυσθυμία χρειάζεται λιγότερα συμπτώματα αλλά παρατεταμένη διάρκεια (τουλάχιστον δύο έτη).


Η ψυχωσική κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις, με καλύτερη ανταπόκριση στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία ή στον συνδυασμό αντιψυχωσικών–αντικαταθλιπτικών. Η δυσθυμία, που εισήχθη στο DSM-III (Janet, 19ος αι.), αποτελεί χρόνια μορφή κατάθλιψης, με υψηλή συννοσηρότητα με αγχώδεις διαταραχές και κατάχρηση ουσιών, και συχνά εξελίσσεται σε μείζονα κατάθλιψη («διπλή κατάθλιψη»), με χειρότερη πρόγνωση (Paykel, 2008). Υποτροπιάζουσες ή ήπιες μορφές, όπως η βραχεία υποσυνδρομική κατάθλιψη, παραμένουν λιγότερο καθορισμένες.


Η σοβαρότητα της κατάθλιψης, όπως καθορίζεται στο ICD-10, επηρεάζει την πρόγνωση και τη θεραπεία. Παρά την αποτελεσματικότητα πολλών αντικαταθλιπτικών, σημαντικό ποσοστό ασθενών δεν επιτυγχάνει πλήρη λειτουργική αποκατάσταση, έννοια που ορίζεται ως αντίσταση στη θεραπεία (Fava & Davidson, 1996). Η διάκριση μονοπολικής–διπολικής διαταραχής, η αναγνώριση υποτύπων όπως η δυσθυμία και η ψυχωσική κατάθλιψη, καθώς και η αξιολόγηση της σοβαρότητας, παραμένουν κρίσιμες για τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόγνωση.


Η σύγχρονη κατανόηση της κατάθλιψης αναγνωρίζει την πολυπαραγοντική φύση της, με αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Η περαιτέρω έρευνα, ιδιαίτερα σε γενετικά καθορισμένες διαταραχές και ενδοφαινότυπους, αναμένεται να βελτιώσει τη διάγνωση, την ταξινόμηση και τις θεραπευτικές στρατηγικές, ενισχύοντας την αποκατάσταση της ψυχικής ευεξίας και λειτουργικότητας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Burton, R. (1621). The anatomy of melancholy. Henry Cripps.

Falret, J.-P. (1854). Mémoire sur la folie circulaire, forme de la maladie mentale caractérisée par la reproduction successive et régulière de l’état maniaque, de l’état mélancolique, et d’un intervalle lucide plus ou moins prolongé. Bulletin de l’Académie Impériale de Médecine, 19, 382–400.

Fava, M., & Davidson, K. G. (1996). Definition and epidemiology of treatment-resistant depression. Psychiatric Clinics of North America, 19(2), 179–200. [https://doi.org/10.1016/s0193-953x(05)70283-5](https://doi.org/10.1016/s0193-953x%2805%2970283-5)

Paykel, E. S. (2008). Basic concepts of depression. Dialogues in Clinical Neuroscience, 10(3), 279–289. [https://doi.org/10.31887/DCNS.2008.10.3/espaykel](https://doi.org/10.31887/DCNS.2008.10.3/espaykel)


 
 
bottom of page