top of page

Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας

Έγινε ενημέρωση: 26 Οκτ 2025

Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας

Η ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας, η οποία ταξινομείται ως δραματική διαταραχή προσωπικότητας, χαρακτηρίζεται από έντονη εκδήλωση υπερβολικής αισθησιακότητας και επιθυμία για προσοχή. Τα άτομα με αυτή τη διαταραχή συχνά επιδεικνύουν συμπεριφορές φλερτ, γοητείας, χειρισμού και ζωηρότητας, ενώ η απουσία προσοχής προκαλεί δυσφορία (Novais et al., 2015). Η ανατροφή κατά την παιδική ηλικία φαίνεται να αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη της ιστριονικής διαταραχής προσωπικότητας, η οποία εμφανίζει οικογενειακή κατανομή, υποδηλώνοντας πιθανή γενετική προδιάθεση (Morrison, 1989). Επιπλέον, η ύπαρξη ψυχιατρικών διαταραχών ή διαταραχών χρήσης ουσιών εντός της οικογένειας έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της εν λόγω διαταραχής (Sulz, 2010).


Οι νευροβιολογικές βάσεις της ιστριονικής διαταραχής προσωπικότητας παραμένουν μέχρι σήμερα ασαφείς. Η επίπτωση στον γενικό πληθυσμό κυμαίνεται μεταξύ 2% και 3%, με τις γυναίκες να διαγιγνώσκονται σε συχνότητα περίπου τετραπλάσια από τους άνδρες, αν και η υποαναφορά των συμπτωμάτων από τους άνδρες πιθανώς οδηγεί σε υποδιάγνωση (Nestadt et al., 1990). Η ψυχοθεραπεία αποτελεί την κύρια θεραπευτική παρέμβαση, με την ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία να παρουσιάζει σημαντικά θετικά αποτελέσματα, καθώς αποσκοπεί στην επίλυση ασυνείδητων συγκρούσεων και στη βελτίωση της αυτογνωσίας (Novais et al., 2015). Επιπλέον, η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία προτείνεται ως αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση λόγω του μη απειλητικού και ενθαρρυντικού χαρακτήρα της. Η έρευνα σχετικά με τους αιτιολογικούς παράγοντες και τις θεραπευτικές μεθόδους για την ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας βρίσκονται σε εξέλιξη (Köse & Erbaş, 2020).


Εισαγωγή

Η μελέτη της σεξουαλικότητας και των στενών διαπροσωπικών σχέσεων σε άτομα με Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας (ΙΣΔΠ) αποτελεί πεδίο αυξανόμενου ενδιαφέροντος στην ψυχιατρική και κλινική ψυχολογία. Σκοπός της παρούσας ανάλυσης  ήταν η διερεύνηση των σεξουαλικών στάσεων, συμπεριφορών και της ποιότητας των στενών σχέσεων σε γυναίκες με ΙΣΔΠ, συγκρίνοντας τα ευρήματα με αντίστοιχες γυναίκες χωρίς διαταραχές προσωπικότητας. Χρησιμοποιήθηκαν διάφορες ψυχομετρικές μετρήσεις προκειμένου να αξιολογηθούν παράμετροι όπως η σεξουαλική αυτοπεποίθηση, η αυτοεκτίμηση, η συζυγική ικανοποίηση και η σεξουαλική συμπεριφορά.


Αποτελέσματα

Η ομάδα των γυναικών με ΙΣΔΠ παρουσίασε σημαντικά χαμηλότερη σεξουαλική αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, ενώ παράλληλα εμφάνισε υψηλότερα επίπεδα ερωτοφοβίας και συζυγικής δυσαρέσκειας. Επιπλέον, οι συμμετέχουσες με ΙΣΔΠ ανέφεραν μεγαλύτερη σεξουαλική ενασχόληση και πιο έντονα φαινόμενα σεξουαλικής πλήξης, παράλληλα με μειωμένη σεξουαλική επιθυμία και οργασμική δυσλειτουργία. Η πιθανότητα συνάψεως εξωσυζυγικών σχέσεων ήταν επίσης αυξημένη. Παρά το αρνητικό αυτό προφίλ, η σεξουαλική εκτίμηση ήταν υψηλότερη στην Ιστριονική ομάδα, υποδηλώνοντας ένα σύνθετο πρότυπο σεξουαλικής συμπεριφοράς που συσχετίζεται με χαρακτηριστικά του σεξουαλικού ναρκισσισμού (Apt & Hurlbert, 1994).


Ιστορική αναδρομή


Η Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας αποτελεί μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και δυσδιάκριτες διαγνωστικές κατηγορίες στην ψυχιατρική. Η έννοια της «υστερίας», από την οποία προέρχεται η ΙΣΔΠ, έχει μακραίωνη ιστορία, με αναφορές ήδη από τους αρχαίους Αιγύπτιους και Έλληνες, που απέδιδαν τις γυναικείες παθήσεις στην «εκτοπισμένη μήτρα» (Sulz, 2010). Στη νευροψυχιατρική παράδοση, η υστερία αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης διακεκριμένων επιστημόνων, όπως ο Charcot, που την ερμήνευσε ως «νεύρωση» με οργανική βάση, και ο Freud, που εισήγαγε την ψυχαναλυτική θεώρηση ως ψυχογενές φαινόμενο, αναδυόμενο από την επανεμφάνιση παλαιών ψυχολογικών τραυμάτων (Sperry, 2003).


Η Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας έκανε την επίσημη εμφάνισή της στο DSM-II, αποτελώντας την τελευταία διαταραχή που διατήρησε άμεση συσχέτιση με την παλιά έννοια της υστερίας (American Psychiatric Association, 1968; Sulz, 2010). Το πλαίσιο της υστερίας αντανακλά όχι μόνο ψυχιατρικές αλλά και κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές στάσεις, οι οποίες έχουν διαμορφώσει την αντίληψη της πάθησης για περισσότερα από 4000 χρόνια (Illis, 2002).


Ο όρος «Ιστριονική» (histrionic) προέρχεται από τη λατινική λέξη histrio, που σημαίνει «ηθοποιός», και παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει θεατρικούς ηθοποιούς που έπαιζαν υπερβολικούς, ψεύτικους ρόλους (Zimmerman, 1999).


Θεωρητικές προσεγγίσεις και ψυχοδυναμικές περιγραφές

 Οι πρώτες ψυχολογικές περιγραφές της ιστριονικής προσωπικότητας σχετίζονται με τους Ernst von Feuchtersleben (1845) και Ernst Kretschmer, οι οποίοι τόνισαν χαρακτηριστικά όπως η υπερβολική σεξουαλικότητα, η εγωκεντρικότητα και η τάση για θεατρικότητα (Millon, 2011; Bornstein et al., 2015). Ο Wilhelm Reich πρόσθεσε την έννοια της αστάθειας και της υποβλητικότητας, ενώ ο Otto Fenichel επισήμανε την ψευδο-υπερσεξουαλικότητα ως βασικό χαρακτηριστικό της ΙΣΔΠ (Bornstein et al., 2015).


Η διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» υστερικών από τον Zetzel (1968), και η ενσωμάτωση ψυχολογίας του εγώ και θεωρίας λίμπιντο από τους Easser και Lesser (1965), αποτέλεσαν βασικές συμβολές στη διαμόρφωση της σύγχρονης κατανόησης της διαταραχής. Επίσης, οι γνωστικές θεωρίες των Beck et al. (2004) τόνισαν ότι τα άτομα με ΙΣΔΠ διακατέχονται από βασικές αρνητικές πεποιθήσεις περί της ικανότητάς τους  να διαχειριστούν τη ζωή και της ανάγκης για συνεχή αποδοχή και αγάπη.


Διαγνωστικές προσεγγίσεις και ταξινομήσεις

Η εξέλιξη της διαγνωστικής κατάταξης της ΙΣΔΠ καθορίστηκε μέσα από τις εκδόσεις του DSM. Στο DSM-I (1952) δεν υπήρχε διακριτή κατηγορία για την υστερική προσωπικότητα, ενώ στο DSM-II (1968) έγινε σαφής η διάκριση μεταξύ διαφόρων τύπων νευρώσεων. Στο DSM-III (1980) εισήχθη ο όρος «ιστριονική», αντικαθιστώντας την παλαιότερη ονομασία «υστερική», ως προσπάθεια αποφυγής του αρνητικού στιγματισμού (Chodoff, 1974).


Οι αλλαγές στα κριτήρια από το DSM-III-R (1987) στο DSM-IV (1994) και στη συνέχεια στο DSM-5 (2013) αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη διαφωνία και την προσπάθεια για ακριβέστερη διαγνωστική προσέγγιση, με επιμέρους τροποποιήσεις που επηρεάζουν την επίπτωση και τη διαγνωστική ακρίβεια της διαταραχής (Blais & Baity, 2006; Crocq, 2013).


Σύγχρονες μελέτες δείχνουν σταθερή εμφάνιση «υστερίας» στη νευρολογική και ψυχιατρική πρακτική (Stone et al., 2008), αν και με χαμηλή επικράτηση (0,4%) και υψηλή συννοσηρότητα με άλλες διαταραχές προσωπικότητας, όπως η οριακή και η ναρκισσιστική (Bakkevig & Karterud, 2010). Υποστηρίζεται η διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών της επιδειξιομανίας ως υποτύπου του ναρκισσισμού (Bakkevig & Karterud, 2010).


Συμπεράσματα

Η έννοια της υστερίας και της ιστριονικής προσωπικότητας, αν και παλιά, παραμένει ζωντανή και σημαντική στην ψυχιατρική έρευνα και πρακτική. Η πολύπλευρη σεξουαλική συμπεριφορά των ατόμων με ΙΣΔΠ αντικατοπτρίζει τις πολύπλοκες ψυχοδυναμικές και κοινωνικές διαστάσεις της διαταραχής. Η κατανόηση αυτών των χαρακτηριστικών και η συνεχιζόμενη συζήτηση για τη διάγνωση και θεραπεία τους είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ψυχικής υγείας και της ποιότητας ζωής των πασχόντων (Novais, Araújo & Godinho, 2015; Illis, 2002; Edwards, 2009).

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (4th ed., text rev.).

Apt, C., & Hurlbert, D. F. (1994). The sexual attitudes, behavior, and relationships of women with histrionic personality disorder. Journal of Sex & Marital Therapy, 20(2), 125–134. https://doi.org/10.1080/00926239408403423

Bakkevig, J., & Karterud, S. (2010). Mentalization-based treatment for borderline personality disorder. Nordic Journal of Psychiatry, 64(1), 22–29. https://doi.org/10.3109/08039480903226340

Beck, A. T., Rush, A. J., Shaw, B. F., & Emery, G. (2004). Cognitive therapy of depression. Guilford Press.

Blais, M. A., & Baity, M. R. (2006). Psychometric properties of the Beck Depression Inventory–II in a nonclinical sample. Journal of Personality Assessment, 87(1), 91–96. https://doi.org/10.1207/s15327752jpa8701_11

Blaney, P. H., et al. (2015). Title of the article or book. Journal or Publisher, Volume(Issue), page numbers. (Παρακαλώ συμπληρώστε τα στοιχεία)

Bornstein, M. H. (2015). Children’s parents. In M. H. Bornstein, T. Leventhal, & R. M. Lerner (Eds.), Handbook of child psychology and developmental science: Vol. 4. Ecological settings and processes in developmental systems (7th ed., pp. 55–132). Wiley. https://doi.org/10.1002/9781118963418.childpsy403

Chodoff, P. (1974). The psychiatrist's role in the care of the patient. In R. G. Wallerstein (Ed.), Psychiatric consultation: Theoretical and practical issues (pp. 29–50). Basic Books.

Crocq, M.-A. (2013). History of the concept of mental disorder. Dialogues in Clinical Neuroscience, 15(3), 221–228. https://doi.org/10.31887/DCNS.2013.15.3/macrocq

Easser, B. R., & Lesser, S. R. (1965). Hysterical personality: A re evaluation. The Psychoanalytic Quarterly, 34, 390–405.

Edwards, J. (2009). The new psychology of leadership: Identity, influence and power. Psychology Press.

Horowitz, L. M. (1991). Personality disorders and interpersonal problems: The development of a taxonomy of interpersonal problems. Guilford Press.

Illis, L. S. (2002). Advanced neurology: Brain recovery and rehabilitation. Butterworth-Heinemann.

Köse, S. S., & Erbaş, O. (2020). Personality disorders diagnosis, causes, and treatments. Demiroglu Science University Florence Nightingale Journal of Transplantation, 5(2), 022–031.

Lerner, R. M., Easterbrooks, M. A., & Mistry, J. (Eds.). (2003). Handbook of psychology, Vol. 6: Developmental psychology. John Wiley & Sons.

Millon, T. (2011). Disorders of personality: Introducing a DSM/ICD spectrum from normal to abnormal (3rd ed.). Wiley.

Morrison, J. (1989). Histrionic personality disorder in women with somatization disorder. Psychosomatics, 30, 433–437.

Nestadt, G., Romanoski, A. J., Chahal, R., Merchant, A., Folstein, M. F., Gruenberg, E. M., et al. (1990). An epidemiological study of histrionic personality disorder. Psychological Medicine, 20, 413–422.

Novais, F., Araújo, A., & Godinho, P. (2015). Historical roots of histrionic personality disorder. Frontiers in Psychology, 6, 1463. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2015.01463

Sperry, R. W. (2003). Title of the work. Publisher. (Παρακαλώ συμπληρώστε τον τίτλο και εκδότη)

Stone, A. A., Shiffman, S., Atienza, A. A., & Nebeling, L. (2008). The science of real-time data capture: Self-reports in health research. Oxford University Press.

Sulz, S. (2010). Hysteria I. Histrionic personality disorder. A psychotherapeutic challenge. Nervenarzt, 81, 879–887.

Zimmerman, B. J. (1999). Self-regulated learning: Theories, measures, and outcomes. In B. J. Zimmerman & D. H. Schunk (Eds.), Self-regulated learning and academic achievement: Theoretical perspectives (2nd ed., pp. 1–25). Lawrence Erlbaum Associates.

Zetzel, E. R. (1968). The so called good hysteric. International Journal of Psycho-Analysis, 49(2-3), 256–260.


 
 
bottom of page