top of page

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας

Έγινε ενημέρωση: 26 Οκτ 2025

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (ΙΨΔ) προσωπικότητας αποτελεί μία από τις πιο διαδεδομένες και επίμονες ψυχικές παθήσεις, με σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των ασθενών σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατατάσσεται στην κατηγορία των «ιδεοψυχαναγκαστικών και συναφών διαταραχών», όπως αυτή προσδιορίζεται τόσο στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5) όσο και στη Διεθνή Ταξινόμηση Νοσημάτων (ICD-11). Παρά τη σοβαρότητά της, η ΙΨΔ συχνά δεν αναγνωρίζεται έγκαιρα και, κατά συνέπεια, δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς.


Η διαταραχή αυτή αντιπροσωπεύει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νευροψυχιατρικής νόσου, στην οποία η συστηματική έρευνα γύρω από την κλινική της εικόνα, τη βιολογική της βάση, τη φαρμακευτική αγωγή και την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση έχει οδηγήσει σε σημαντικές βελτιώσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία. Αν και η ΙΨΔ εμφανίζει παρόμοια συμπτωματολογία σε διάφορους πληθυσμούς, απαιτείται εξατομικευμένη προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ένταση των συμπτωμάτων, ο βαθμός επίγνωσης του προβλήματος και η παρουσία άλλων ψυχιατρικών διαταραχών.


Από νευροβιολογικής πλευράς, έχουν αναγνωριστεί συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα που σχετίζονται με την ΙΨΔ. Πειραματικά δεδομένα από ζωικά μοντέλα υποστηρίζουν τη σύνδεση κυτταρικών και μοριακών δυσλειτουργιών με τις επαναλαμβανόμενες και στερεοτυπικές συμπεριφορές. Παράλληλα, η γενετική έρευνα έχει αποκαλύψει σημαντικά στοιχεία για την κληρονομική προδιάθεση της διαταραχής.


Στο θεραπευτικό πεδίο, βασικές παρεμβάσεις αποτελούν οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT). Σε περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα επιμένουν παρά την ενδεδειγμένη θεραπεία, μπορεί να εφαρμοστούν και πιο επεμβατικές τεχνικές, όπως η νευροχειρουργική. Τέλος, η ενσωμάτωση της παγκόσμιας προσέγγισης στην ψυχική υγεία και των εξελίξεων στη μεταφραστική νευροεπιστήμη αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη γνώση γύρω από την ΙΨΔ και να συμβάλει στη βελτίωση των θεραπευτικών εκβάσεων (Stein et al., 2019).


Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες και συχνές ψυχιατρικές παθήσεις, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ιδεοληψιών και ψυχαναγκαστικών πράξεων. Οι ιδεοληψίες είναι ανεπιθύμητες, επίμονες και επαναλαμβανόμενες σκέψεις που προκαλούν έντονο άγχος, ενώ οι ψυχαναγκασμοί είναι τελετουργικού τύπου συμπεριφορές ή νοητικές ενέργειες που πραγματοποιούνται με σκοπό τη μείωση της δυσφορίας που προκαλούν οι ιδεοληψίες (Bokor & Anderson, 2014).


Η κλινική εικόνα της ΙΨΔ εμφανίζει σημαντική ετερογένεια, καθώς διαφοροποιείται ανάλογα με το περιεχόμενο των ιδεοληψιών, τον τύπο των τελετουργιών, την παρουσία ή απουσία κινητικών τικ, την υποκείμενη αιτιολογία, τη γενετική επιβάρυνση και την ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή. Οι επιπτώσεις της διαταραχής είναι συχνά σοβαρές και μπορεί να περιλαμβάνουν προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις, επαγγελματική αποτυχία, κατάχρηση ουσιών, εμπλοκή με το ποινικό σύστημα και ακόμη και σωματικούς τραυματισμούς.


Νευροαπεικονιστικές και νευροφυσιολογικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι η παθοφυσιολογία της ΙΨΔ σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του φλοιο-ραβδωτού-θαλαμο-φλοιώδους κυκλώματος. Ιδιαίτερα εμπλέκονται περιοχές όπως ο κογχομετωπιαίος φλοιός, η πρόσθια έλικα του προσαγωγίου και τα βασικά γάγγλια. Σε νευροχημικό επίπεδο, βασικοί νευροδιαβιβαστές που σχετίζονται με την ΙΨΔ είναι η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και το γλουταμινικό. Ορισμένα φάρμακα – όπως άτυπα αντιψυχωσικά και ντοπαμινεργικοί παράγοντες – είναι ικανά είτε να προκαλέσουν είτε να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της διαταραχής (Bokor & Anderson, 2014).


Η αιτιολογία της ΙΨΔ φαίνεται να προκύπτει από τον συνδυασμό γενετικών και νευροαναπτυξιακών παραγόντων. Η θεραπευτική προσέγγιση είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει ψυχοθεραπευτικές και φαρμακευτικές παρεμβάσεις, ενώ σε σοβαρές και ανθεκτικές περιπτώσεις μπορεί να εφαρμοστούν μέθοδοι όπως η ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT), η διακρανιακή μαγνητική διέγερση (TMS) και η χειρουργική επέμβαση.


Η πιο αποτελεσματική μορφή ψυχοθεραπείας για την ΙΨΔ είναι η πρόληψη έκθεσης και απόκρισης (ERP), μια εξειδικευμένη μορφή γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας (CBT). Στο φαρμακευτικό σκέλος, προτιμώνται οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), οι οποίοι χορηγούνται συνήθως σε υψηλότερες δόσεις και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με άλλες ψυχικές διαταραχές. Εναλλακτικά φάρμακα περιλαμβάνουν την κλομιπραμίνη, καθώς και αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης (SNRIs). Σε περιπτώσεις ανθεκτικές στη θεραπεία, μπορεί να εφαρμοστεί ενίσχυση της αγωγής με άτυπα αντιψυχωσικά, πινδολόλη, βουσπιρόνη, ή παράγοντες που στοχεύουν στο γλουταμινικό σύστημα (Bokor & Anderson, 2014).


Η διαγνωστική κατηγοριοποίηση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής (ΙΨΔ) έχει αποτελέσει αντικείμενο εντατικής επιστημονικής διερεύνησης, ιδίως κατά την ανάπτυξη των διαγνωστικών εργαλείων όπως το DSM-IV. Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδείχθηκαν ήταν η δυσκολία στη διαφορική διάγνωση, καθώς η ΙΨΔ εμφανίζει πολυμορφία και μπορεί να προσομοιάζει με άλλα σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Tourette, με κοινά χαρακτηριστικά όπως η ανάγκη για συμμετρία, τελετουργικού τύπου συμπεριφορές ή συγκεκριμένος τρόπος ομιλίας (Attiullah, Eisen, & Rasmussen, 2000).

Ιδιαίτερη πρόκληση εντοπίζεται στα παιδιά, όπου η ΙΨΔ συχνά συνοδεύεται από διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, τικ και συναισθηματικές δυσκολίες. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να υποχωρούν με την ηλικία, όμως στους ενήλικες ενδέχεται να παραμένουν αδιάγνωστα και χωρίς θεραπευτική αντιμετώπιση.


Ένα ακόμη διαγνωστικό στοιχείο που μελετάται εντατικά είναι η ενόραση του ατόμου σε σχέση με τα συμπτώματά του – δηλαδή, ο βαθμός στον οποίο αναγνωρίζει ότι οι ιδεοληψίες και οι ψυχαναγκασμοί του είναι υπερβολικοί ή παράλογοι. Η παραδοσιακή άποψη θεωρούσε την ύπαρξη ενόρασης απαραίτητη για τη διάγνωση, όμως μεταγενέστερα δεδομένα υποδεικνύουν ότι υπάρχει σημαντική διακύμανση στην ενόραση και την αντίσταση απέναντι στις ιδεοληψίες, οδηγώντας σε επαναξιολόγηση των διαγνωστικών κριτηρίων.


Στο δημογραφικό επίπεδο, οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης της ΙΨΔ στις γυναίκες, αν και στα παιδιά παρατηρείται συχνότερη εμφάνιση στους άνδρες. Η πορεία της νόσου χαρακτηρίζεται συχνά από χρόνια εξέλιξη, με διακυμάνσεις στην ένταση και τη συχνότητα των συμπτωμάτων. Παρά τη σοβαρότητα και την επιβάρυνση που προκαλεί, η ΙΨΔ παραμένει υπομελετημένη σε ό,τι αφορά τους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της σε βάθος χρόνου.


Από φαινομενολογικής άποψης, οι περιγραφές των ιδεοληψιών και ψυχαναγκασμών διατηρούνται σταθερές διαχρονικά και μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, όπως καταδεικνύεται από τυποποιημένες μελέτες σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία. Η συννοσηρότητα με άλλες ψυχικές διαταραχές – ιδίως με τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, την κοινωνική φοβία και τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή – είναι πολύ συχνή, επηρεάζοντας τόσο τη διάγνωση όσο και τη θεραπεία.


Τέλος, έχει αναπτυχθεί ενδιαφέρον για την ταξινόμηση της ΙΨΔ σε υποτύπους με βάση το είδος των συμπτωμάτων. Σύμφωνα με παραγοντικές αναλύσεις της λίστας ελέγχου Y-BOCS, έχουν προταθεί τουλάχιστον τέσσερις διακριτοί υποτύποι: εμμονές ελέγχου, τελετουργίες καθαρισμού, ανάγκη για συμμετρία και αποθησαύριση, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει στην εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση (Attiullah et al., 2000).


Τα τρέχοντα ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) παρουσιάζουν, κατά μέσο όρο, διαφορετικές πεποιθήσεις σχετικά με την ευθύνη, τον έλεγχο, την εκτίμηση της απειλής, την αντοχή στην αβεβαιότητα, την ανησυχία για το άγχος/δυσφορία και τις στρατηγικές αντιμετώπισης σε σύγκριση με μη κλινικούς πληθυσμούς. Επιπλέον, σε σχέση με ασθενείς άλλων αγχωδών διαταραχών, οι πάσχοντες από ΙΨΔ εμφανίζουν ισχυρότερες πεποιθήσεις σε αυτούς τους τομείς (Steketee, Frost, & Cohen, 1998).


Πιο συγκεκριμένα, η αυξημένη αίσθηση ευθύνης έχει καταδειχθεί επανειλημμένα ως χαρακτηριστικό των ασθενών με ΙΨΔ, σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα και άλλες κλινικές ομάδες (Bouvard et al., 1997; Cartwright-Hatton & Wells, 1997; Foa et al., 1998). Πειραματικές μελέτες δείχνουν πως η μείωση της αντιληπτής ευθύνης συνδέεται με ελάττωση της δυσφορίας και της παρόρμησης για έλεγχο (Lopatka & Rachman, 1995). Επίσης, υπάρχει περιορισμένη αλλά σημαντική τεκμηρίωση ότι η υπερεκτίμηση της απειλής αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της ΙΨΔ (Freeston et al., 1993; Steiner, 1972; Steketee & Frost, 1994). Ωστόσο, ορισμένοι γνωστικοί τομείς, όπως ο έλεγχος και η αβεβαιότητα, παραμένουν λιγότερο διερευνημένοι σε κλινικούς πληθυσμούς ΙΨΔ.


Οι πεποιθήσεις αυτές συσχετίζονται σημαντικά με συμπτώματα όπως η κατάθλιψη, η ευαισθησία στο άγχος και η ανησυχία. Παρόλα αυτά, οι συσχετίσεις μεταξύ των γνωστικών πεποιθήσεων και των συμπτωμάτων ΙΨΔ είναι ισχυρότερες από εκείνες με μη σχετιζόμενα συμπτώματα (Sanavio, 1988). Εξαίρεση αποτελούν οι πεποιθήσεις για την αντιμετώπιση, που συνδέονται περισσότερο με κατάθλιψη και άγχος παρά με ειδικά συμπτώματα ΙΨΔ (Foa & Kozak, 1986). Οι πεποιθήσεις για το άγχος φαίνεται να αντανακλούν περισσότερο το άγχος που σχετίζεται με τα συμπτώματα της ΙΨΔ παρά ανεξάρτητες γνωστικές πεποιθήσεις, γεγονός που μειώνει την ειδικότητά τους στην ΙΨΔ.


Οι πεποιθήσεις που αφορούν την ευθύνη, τον έλεγχο, την εκτίμηση κινδύνου και την αντοχή στην αβεβαιότητα παρουσιάζουν έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ τους, κάτι που είναι λογικό, δεδομένου ότι οι ασθενείς που υπερεκτιμούν τον κίνδυνο μπορεί να αναζητούν μεγαλύτερη βεβαιότητα και έλεγχο για να αντιμετωπίσουν τον φόβο τους (Ciarrocchi, 1995). Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι μόνο οι πεποιθήσεις αβεβαιότητας προέβλεψαν με αξιόπιστο τρόπο τις βαθμολογίες της κλίμακας YBOCS, ανεξάρτητα από παράγοντες όπως η διάθεση και το άγχος.


Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα φαίνεται να αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό της ΙΨΔ, γεγονός που έχει οδηγήσει στην ονομασία της διαταραχής ως «ασθένεια της αμφιβολίας» (Ciarrocchi, 1995).


Για τη βελτίωση της κατανόησης αυτών των πεποιθήσεων και τη μείωση της εννοιολογικής επικάλυψης μεταξύ των τομέων, απαιτείται περαιτέρω έρευνα με πιο εξειδικευμένα εργαλεία αξιολόγησης, ιδανικά με χρήση δομημένων διαγνωστικών συνεντεύξεων. Η Ομάδα Εργασίας για την Ιδεοψυχαναγκαστική Γνωστική Αξιολόγηση (1997) έχει ήδη εντοπίσει αυτούς τους γνωστικούς τομείς ως θεμελιώδεις για την ΙΨΔ, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες ανάπτυξης μέτρων που θα ενσωματώνουν αυτούς τους παράγοντες (Steketee, Frost, & Cohen, 1998).

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Bouvard, M., Ladouceur, R., Harvey, P. D., & O’Connor, K. (1997). 

Bokor, G., & Anderson, P. D. (2014). Obsessive–Compulsive disorder. Journal of Pharmacy Practice, 27(2), 116–130. https://doi.org/10.1177/0897190014521996

Cartwright-Hatton, S., & Wells, A. (1997). 

Ciarrocchi, J. W. (1995). Obsessive-compulsive disorder: The "disease of doubt." Springer Publishing Company.

Foa, E. B., Amir, N., Bogart, K., & Molnar, C. (1998). 

Foa, E. B., & Kozak, M. J. (1986). Emotional processing of fear: Exposure to corrective information. Psychological Bulletin, 99(1), 20–35. https://doi.org/10.1037/0033-2909.99.1.20

Freeston, M. H., Rhéaume, J., Letarte, H., Dugas, M. J., & Ladouceur, R. (1993). Why do people worry? Personality and Individual Differences, 17(6), 791–802. https://doi.org/10.1016/0191-8869(93)90046-2

Lopatka, C. J., & Rachman, S. (1995). 

Sanavio, E. (1988). Padua Inventory: A questionnaire to assess obsessive compulsive symptoms. Behaviour Research and Therapy, 26(2), 169–177. https://doi.org/10.1016/0005-7967(88)90116-7

Steiner, V. (1972). 

Stein, D. J., Costa, D. L., Lochner, C., Miguel, E. C., Reddy, Y. J., Shavitt, R. G., ... & Simpson, H. B. (2019). Obsessive–compulsive disorder. Nature Reviews Disease Primers, 5(1), 52.

Steketee, G., & Frost, R. O. (1994). Measurement of risk-taking in obsessive-compulsive disorder. Behaviour Research and Therapy, 32(4), 343–349. https://doi.org/10.1016/0005-7967(94)90063-2

Steketee, G., Frost, R. O., & Cohen, I. (1998). Beliefs in obsessive-compulsive disorder. Clinical Psychology Review, 18(7), 707–727. https://doi.org/10.1016/S0272-7358(98)00032-0


 
 
bottom of page