top of page

Συσχέτιση μεταξύ της Ακαδημαϊκής Ανθεκτικότητας, της Επιμονής και της Συνεργατικότητας στην Ακαδημαϊκή Επιτυχία

Έγινε ενημέρωση: 26 Οκτ 2025

Συσχέτιση μεταξύ της Ακαδημαϊκής Ανθεκτικότητας, της Επιμονής και της Συνεργατικότητας στην Ακαδημαϊκή Επιτυχία

Περίληψη

Η παρούσα μελέτη εξέτασε τη σχέση μεταξύ της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας (buoyancy), της επιμονής (grit) και της συνεργατικότητας (agreeableness) στην ακαδημαϊκή ευημερία των φοιτητών. Βασίστηκε στο θεωρητικό πλαίσιο της μη γνωστικής ψυχολογίας της προσωπικότητας και χρησιμοποίησε έγκυρες ψυχομετρικές κλίμακες, όπως το Academic Buoyancy Scale (Martin & Marsh, 2008), το Grit Scale - Short Version (Duckworth & Quinn, 2009) και το Big Five Inventory (John & Srivastava, 1999). Το δείγμα αποτέλεσαν 94 φοιτητές, οι οποίοι συμπλήρωσαν ένα διαδικτυακό ερωτηματολόγιο μέσω της πλατφόρμας Qualtrics (2025).


Τα ευρήματα έδειξαν ότι η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα είχε θετική συσχέτιση με τη συνέπεια στους στόχους αλλά αρνητική με την επιμονή στην προσπάθεια, επιβεβαιώνοντας μερικώς την πρώτη υπόθεση. Ωστόσο, δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας και συνεργατικότητας, ούτε μεταξύ επιμονής και συνεργατικότητας, οδηγώντας στην απόρριψη των άλλων δύο υποθέσεων. Η συζήτηση εστιάζει στη διαφοροποίηση της επιμονής ως σταθερότητα στόχων έναντι έντονης προσπάθειας και στον πιθανό ρόλο της κοινωνικής υποστήριξης στην ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα. Οι περιορισμοί της μελέτης περιλαμβάνουν την αυτοαναφορική φύση των δεδομένων και το περιορισμένο δείγμα, που επηρεάζει τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων. Προτείνεται μελλοντική έρευνα να εξετάσει την επίδραση του ακαδημαϊκού άγχους και της αυτορρύθμισης στη σχέση αυτών των μεταβλητών.


Η ακαδημαϊκή επιτυχία και η ευημερία των φοιτητών αποτελούν αντικείμενο συνεχούς διερεύνησης στη σύγχρονη ψυχολογική έρευνα. Η κατανόηση των παραγόντων που συμβάλλουν στην ακαδημαϊκή προσαρμογή έχει σημαντικές πρακτικές εφαρμογές, καθώς μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της απόδοσης των μαθητών και φοιτητών. Παραδοσιακά, η έρευνα στην εκπαιδευτική ψυχολογία εστίαζε σε γνωστικούς παράγοντες, όπως ο δείκτης νοημοσύνης και οι στρατηγικές μάθησης. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ότι μη γνωστικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στην ακαδημαϊκή επιτυχία (Duckworth & Quinn, 2009; Martin & Marsh, 2008). Στο πλαίσιο αυτό, τρεις βασικές μεταβλητές, η συνεργατικότητα (agreeableness), η ανθεκτικότητα (buoyancy) και η επιμονή (grit), έχουν αναδειχθεί ως σημαντικοί προγνωστικοί παράγοντες της ακαδημαϊκής ευημερίας και επίδοσης (Alazemi et al., 2023; Friala et al., 2023; Mohammad Hosseini et al., 2024).


Η συνεργατικότητα (agreeableness), όπως περιγράφεται στο μοντέλο των Πέντε Μεγάλων Παραγόντων της προσωπικότητας (Big Five), αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προβλεπτικούς παράγοντες κοινωνικής αλληλεπίδρασης και προσαρμογής. Το χαρακτηριστικό αυτό αναφέρεται στην τάση των ατόμων να είναι συμπαθητικά, συνεργάσιμα και να επιδεικνύουν ενσυναίσθηση και κατανόηση στους άλλους (John & Srivastava, 1999). Παρόλο που η συνεργατικότητα έχει συσχετιστεί στη βιβλιογραφία με βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και διαχείριση συγκρούσεων, η σύνδεσή της με την ακαδημαϊκή επιτυχία δεν έχει ερευνηθεί εις βάθος. Ορισμένες, μάλιστα, μελέτες υποδεικνύουν ότι η συνεργατικότητα ενδέχεται να ενισχύει την ακαδημαϊκή ευημερία, καθώς προάγει τη συνεργατική μάθηση και την υποστήριξη μεταξύ των φοιτητών (Han, 2021).


Το χαρακτηριστικό της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας (buoyancy) αναφέρεται στην ικανότητα των ατόμων να ανταπεξέρχονται στις καθημερινές προκλήσεις και αποτυχίες της ακαδημαϊκής ζωής (Martin & Marsh, 2008). Πρόκειται για μια διαφοροποιημένη έννοια της ψυχολογικής ανθεκτικότητας (resilience), η οποία επικεντρώνεται στις στρατηγικές διαχείρισης των μικρών αλλά συχνών δυσκολιών που προκύπτουν στη μαθησιακή διαδικασία. Έρευνες έχουν δείξει ότι η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα σχετίζεται θετικά με την εκπαιδευτική απόδοση και την ψυχική ευεξία των φοιτητών (Yang et al., 2024). Η ύπαρξη υψηλού επιπέδου buoyancy επιτρέπει στους μαθητές να παραμένουν ψύχραιμοι και να προσαρμόζονται σε καταστάσεις που τους προκαλούν στρες, μειώνοντας παράλληλα τις αρνητικές συνέπειες που έχει το άγχος και η αποτυχία.


Η επιμονή (grit), κατά τον ορισμό της Duckworth (2007) περιγράφει την αφοσίωση και την επιμονή στην επίτευξη μακροπρόθεσμων στόχων, υπερβαίνοντας δυσκολίες και εμπόδια. Το χαρακτηριστικό αυτό συνδέεται βιβλιογραφικά με την ακαδημαϊκή επιτυχία και την επίτευξη υψηλών επιδόσεων σε διάφορους τομείς (Duckworth & Quinn, 2009). Πρόσφατες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η επιμονή αποτελεί σημαντικό προγνωστικό παράγοντα της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας και της ψυχολογικής προσαρμογής των φοιτητών (Cunningham, 2018). Παρότι το grit είναι ένας σημαντικός παράγοντας επίτευξης στόχων, ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται με άλλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, παραδείγματος χάρη τη συνεργατικότητα, παραμένει υπό διερεύνηση. Ορισμένες από τις σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρχει μια αρνητική συσχέτιση μεταξύ επιμονής και συνεργατικότητας, καθώς τα άτομα με υψηλό επίπεδο επιμονής μπορεί να είναι περισσότερο προσανατολισμένα στην προσωπική επίτευξη και λιγότερο στην ομαδική συνεργασία (Friala et al., 2023). Παρόλο που οι μεταβλητές της συνεργατικότητας, της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας και της επιμονής έχουν μελετηθεί εκτενώς σε μεμονωμένες έρευνες, δεν υπάρχουν αρκετά εμπειρικά δεδομένα που να εξετάζουν τις μεταξύ τους σχέσεις στο ίδιο ερευνητικό πλαίσιο. Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να γεφυρώσει αυτό το κενό στη βιβλιογραφία, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν την ακαδημαϊκή προσαρμογή και επιτυχία.


Η έρευνα διαμορφώθηκε με βάση τρεις ερευνητικές υποθέσεις. Πρώτον, αναμένεται ότι η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα (buoyancy) θα παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την επιμονή (grit) ως προς τα παρακλάδια του που είναι το consistency και το perseverance, καθώς και οι δύο μεταβλητές σχετίζονται με την ικανότητα αντιμετώπισης των προκλήσεων. Δεύτερον, προβλέπεται ότι η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα θα συνδέεται θετικά με τη συνεργατικότητα, δεδομένου ότι τα άτομα με υψηλότερο επίπεδο συνεργατικότητας τείνουν να αναζητούν κοινωνική υποστήριξη και να επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις δυσκολίες. Τρίτον, αναμένεται μια ασθενής αρνητική συσχέτιση μεταξύ της επιμονής και της συνεργατικότητας, καθώς τα άτομα με υψηλή επιμονή μπορεί να εμφανίζουν μικρότερη διάθεση για συνεργασία όταν πρόκειται για ατομικούς στόχους.


Με τη διερεύνηση αυτών των σχέσεων, η παρούσα μελέτη αναμένεται να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών που επηρεάζουν την ακαδημαϊκή επιτυχία και ευημερία. Επιπλέον, τα ευρήματα ενδέχεται να έχουν πρακτικές εφαρμογές στην εκπαιδευτική ψυχολογία, παρέχοντας χρήσιμες πληροφορίες για τη διαμόρφωση στρατηγικών που θα ενισχύσουν την ψυχική ανθεκτικότητα και τη συνεργατικότητα των φοιτητών.


Μέθοδος

Συμμετέχοντες

Το αρχικό δείγμα της μελέτης αποτελούταν από 111 συμμετέχοντες. Ωστόσο, 13 συμμετέχοντες αποκλείστηκαν λόγω ελλειπουσών τιμών και 4 ακόμη αφαιρέθηκαν λόγω ακραίων τιμών, με αποτέλεσμα το τελικό δείγμα να αποτελείται από 94 συμμετέχοντες. Οι συμμετέχοντες ειδοποιήθηκαν μέσω διαδικτυακών ανακοινώσεων και αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ όσοι φοιτούσαν σε σχετικές ακαδημαϊκές κατευθύνσεις είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν εθελοντικά.


Κριτήρια αποκλεισμού αποτέλεσαν η ηλικία κάτω των 18 ετών και η ύπαρξη διαγνωσμένης ψυχικής διαταραχής, όπως αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη ή σχιζοφρένεια. Όσοι πληρούσαν τις προϋποθέσεις και επιθυμούσαν να συμμετάσχουν, ενημερώνονταν για τον σκοπό της μελέτης και υπέγραφαν τη δήλωση συγκατάθεσης πριν από την έναρξη της διαδικασίας.


Το δείγμα αποτελούταν από 94 συμμετέχοντες (34 άνδρες και 59 γυναίκες καθώς και 1 συμμετέχοντα που δεν ήθελε να απαντήσει. Το ηλικιακό εύρος των συμμετεχόντων κυμαινόταν από 18 έως 38 έτη, με μέση ηλικία (Μ=22.14, SD 3.52).

  

Σχεδιασμός

Η παρούσα μελέτη αποτελεί μελέτη συσχέτισης, εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας (buoyancy), της επιμονής (grit) και της συνεργατικότητας (agreeableness).


Υλικά

Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Qualtrics (2025), η οποία επιτρέπει την ασφαλή και ανώνυμη συμπλήρωση ερωτηματολογίων. Για τη μέτρηση των βασικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκαν οι εξής ψυχομετρικές κλίμακες σε δύο μπλοκ ερωτήσεων.


Το ένα μπλοκ περιλάμβανε το Academic Buoyancy Scale (Martin & Marsh, 2008) το οποίο αποτελείται από 4 ερωτήσεις, οι οποίες βαθμολογούνται σε επταβάθμια κλίμακα Likert (1 = διαφωνώ απόλυτα, 7 = συμφωνώ απόλυτα).  Περιλάμβανε επίσης το Grit Scale - Short Version (Grit-S) των Duckworth & Quinn, (2009) που περιέχει 8 ερωτήσεις κατανεμημένες σε δύο διαστάσεις: συνέπεια στόχων (Consistency of Interest – με reverse scoring) και επιμονή στην προσπάθεια (Perseverance of Effort).


Οι απαντήσεις και εδώ δόθηκαν σε επταβάθμια κλίμακα Likert (1 = διαφωνώ απόλυτα, 7 = συμφωνώ απόλυτα). Η αξιοπιστία της κλίμακας έχει αναφερθεί ως υψηλή (Cronbach’s α > .80). Στο δεύτερο μπλοκ ερωτήσεων υπήρχε το Big Five Inventory (BFI των John & Srivastava, 1999), μία κλίμακα 44 ερωτήσεων που αξιολογεί τις πέντε βασικές διαστάσεις της προσωπικότητας (Extraversion, Agreeableness, Conscientiousness, Neuroticism, Openness). Οι απαντήσεις εδώ δόθηκαν σε πενταβάθμια κλίμακα Likert (1 = διαφωνώ απόλυτα, 5 = συμφωνώ απόλυτα). Η αξιοπιστία και η εγκυρότητα του BFI έχουν επιβεβαιωθεί σε πολλαπλές μελέτες.


Διαδικασία

Η διαδικασία ξεκίνησε με την εξασφάλιση αρχικά της δεοντολογικής έγκρισης από την Επιτροπή Δεοντολογίας του Πανεπιστημίου του Sunderland (Παράρτημα Α), διασφαλίζοντας ότι η μελέτη συμμορφώνεται με τις ηθικές αρχές της British Psychological Society (BPS). Έπειτα οι ερευνητές δημιούργησαν μια διαδικτυακή ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε ακαδημαϊκές πλατφόρμες, προκειμένου να προσελκύσει ενδιαφερόμενους συμμετέχοντες.


Όσοι ενδιαφέρονταν να λάβουν μέρος στην έρευνα, μετέβαιναν σε ειδικά διαμορφωμένη σελίδα στο Qualtrics (2025), όπου παρουσιαζόταν το ενημερωτικό δελτίο (Παράρτημα Β) και η δήλωση συναίνεσης (Παράρτημα Γ). Μετά την αποδοχή των όρων συμμετοχής, οι συμμετέχοντες προχωρούσαν στη συμπλήρωση του ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου (Παράρτημα Δ). Η διαδικασία διαρκούσε περίπου 10 λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων οι συμμετέχοντες απαντούσαν σε ερωτήσεις σχετικά με τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά και τις ακαδημαϊκές τους εμπειρίες. Οι συμμετέχοντες είχαν τη δυνατότητα να αποχωρήσουν από τη μελέτη οποιαδήποτε στιγμή χωρίς καμία επίπτωση, απλώς κλείνοντας το πρόγραμμα περιήγησής τους. Στη λήξη της μελέτης, οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν για τον σκοπό της έρευνας μέσω ενός μηνύματος αποσυμπληροφόρησης (debriefing) (Παράρτημα Ε). Οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν αποθηκεύτηκαν με ασφάλεια και κωδικοποιήθηκαν, ώστε να διασφαλιστεί η ανωνυμία και η προστασία των προσωπικών δεδομένων των συμμετεχόντων. Η διαφήμιση για την συμπλήρωση ανέβηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Παράρτημα ΣΤ). Για τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό JASP v0.19.0.0.


Αποτελέσματα 

Για να διασφαλιστεί η εγκυρότητα των δεδομένων, εφαρμόστηκαν κριτήρια ελέγχου ποιότητας, όπως η ανίχνευση ακραίων αποκρίσεων και η απομάκρυνση ελλιπών απαντήσεων. Μετά τη συλλογή των δεδομένων, ακολούθησε διαδικασία καθαρισμού, όπου 13 ερωτηματολόγια αποκλείστηκαν λόγω ελλειπουσών τιμών και 4 λόγω ακραίων αποκρίσεων, με αποτέλεσμα το τελικό δείγμα να ανέρχεται σε 94 συμμετέχοντες.


Οι μεταβλητές Buoyancy, Consistency και Perseverance υπολογίστηκαν ως το άθροισμα των σκορ των αντίστοιχων μπλοκ ερωτήσεων. Οι μεταβλητές του Big Five υπολογίστηκαν ως ΜΟ των σκορ των αντίστοιχων μπλοκ ερωτήσεων (Πίνακας 1).

 

Πίνακας 1 

Πίνακας με τα περιγραφικά στατιστικά (μέση τιμή και τυπική απόκλιση) των υπό μελέτη μεταβλητών
Πίνακας με τα περιγραφικά στατιστικά (μέση τιμή και τυπική απόκλιση) των υπό μελέτη μεταβλητών

Ο στατιστικός έλεγχος των Shapiro-Wilk έδειξε ότι οι μεταβλητές Buoyancy (p=.0.036), Consistency (p=.0.020), Perseverance (p=< .001), Εxtraversion (p= 0.022), Conscientiousness (p=< .001) και Neuroticism (p=0,05 - οριακό) δεν προσεγγίζουν την κανονική κατανομή ενώ οι μεταβλητές Agreeableness (p=0.075) Openness (p = 0. 33) προσεγγίζουν την κανονική κατανομή.

  

Πίνακας 2

Πίνακας συσχετίσεων με τον συντελεστή συσχέτισης r του Pearson
Πίνακας συσχετίσεων με τον συντελεστή συσχέτισης r του Pearson

Ο νευρωτισμός εμφάνισε ισχυρή θετική συσχέτιση με τη συνεργατικότητα (r(92) = 0.438, p < .001), υποδηλώνοντας πιθανή σύνδεση με μηχανισμούς προσαρμογής. Η δεκτικότητα στην εμπειρία σχετίστηκε επίσης θετικά με τη συνεργατικότητα (r(92) = 0.237, p = 0.021), ενώ η συσχέτιση νευρωτισμού και δεκτικότητας δεν ήταν στατιστικά σημαντική (r(92) = 0.179, p = 0.084).

 

Πίνακας 3


Πίνακας συσχετίσεων με τον συντελεστή συσχέτισης tau του Kendall
Πίνακας συσχετίσεων με τον συντελεστή συσχέτισης tau του Kendall

Για την Υπόθεση Η1, η οποία προέβλεπε θετική συσχέτιση μεταξύ της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας (buoyancy) και της επιμονής (grit), τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρχε στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ buoyancy και consistency (τ(92) = 0.286, p < .001). Ωστόσο, η συσχέτιση μεταξύ buoyancy και perseverance ήταν αρνητική και επίσης στατιστικά σημαντική (τ(92) = -0.375, p < .001), υποδηλώνοντας ότι η συνοχή στους στόχους σχετίζεται με υψηλότερη ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα, ενώ η έντονη επιμονή μπορεί να έχει αντίθετη επίδραση. Συνεπώς, η υπόθεση επιβεβαιώνεται μερικώς


Για την Υπόθεση Η2, η οποία προέβλεπε θετική συσχέτιση μεταξύ της buoyancy και της agreeableness, η ανάλυση δεν έδειξε στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ των δύο μεταβλητών (τ(92) = 0.027, p = 0.722). Αυτό δείχνει ότι η συνεργατικότητα δεν συνδέεται άμεσα με την ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα στο παρόν δείγμα, με αποτέλεσμα η υπόθεση να μην επιβεβαιώνεται.


Για την Υπόθεση Η3, η οποία υποστήριζε αρνητική συσχέτιση μεταξύ grit και agreeableness, τα αποτελέσματα δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική σχέση, ούτε για consistency (τ(92) = -0.114, p = 0.130) ούτε για perseverance (τ(92) = -0.041, p = 0.596). Συνεπώς, η υπόθεση δεν επιβεβαιώνεται.


Επιπλέον, αν και δεν αποτελούσαν μέρος των ερευνητικών υποθέσεων, τα δεδομένα έδειξαν ότι η buoyancy συνδέεται θετικά με την openness (τ(92) = 0.148, p = 0.045), υποδηλώνοντας ότι η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα μπορεί να σχετίζεται με μεγαλύτερη διάθεση για νέες εμπειρίες. Επίσης, η perseverance εμφάνισε αρνητική συσχέτιση με την openness (τ(92) = -0.189, p = 0.012), γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει ότι η έντονη προσήλωση στην προσπάθεια σχετίζεται με μικρότερη ευελιξία στη σκέψη. Παράλληλα, η extraversion συσχετίστηκε θετικά με την agreeableness (τ(92) = 0.288, p < .001), καθώς και με την openness (τ(92) = 0.316, p < .001), ενώ η conscientiousness παρουσίασε θετική συσχέτιση τόσο με την agreeableness (τ(92) = 0.219, p = 0.005) όσο και με την openness (τ(92) = 0.174, p = 0.022). Τέλος, η conscientiousness συνδέθηκε θετικά με τον νευρωτισμό (τ(92) = 0.210, p = 0.007), μια συσχέτιση που είναι λιγότερο αναμενόμενη, αλλά μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο άγχος λόγω υψηλής υπευθυνότητας.

  

Συζήτηση 

Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τη σχέση μεταξύ της ακαδημαϊκής ανθεκτικότητας (buoyancy), της επιμονής (grit) και της συνεργατικότητας (agreeableness), αναδεικνύοντας σημαντικές αλλά και απροσδόκητες συσχετίσεις μεταξύ τους,  παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες για τον ρόλο των μη γνωστικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας στην ακαδημαϊκή ευημερία. Το κύριο εύρημα που ξεχωρίζει είναι η διαφοροποίηση της επιμονής σε δύο διαστάσεις, συνέπεια στους στόχους (consistency) και επιμονή στην προσπάθεια (perseverance) και η αντίθετη σχέση τους με την ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα. Η θετική συσχέτιση μεταξύ consistency και buoyancy υποδηλώνει ότι η σαφήνεια και η σταθερότητα στους στόχους επιτρέπουν στους φοιτητές να διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά τις καθημερινές ακαδημαϊκές προκλήσεις.


Αντίθετα, η αρνητική συσχέτιση μεταξύ perseverance και buoyancy δείχνει ότι η έντονη επιμονή μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση ή μειωμένη ψυχική ανθεκτικότητα, ενδεχομένως λόγω αυξημένων επιπέδων στρες ή μειωμένης ευελιξίας στη στρατηγική διαχείρισης αποτυχιών. Αυτό αμφισβητεί τις παραδοσιακές θεωρίες που προτείνουν τη γραμμικά θετική σχέση μεταξύ επιμονής και ακαδημαϊκής επιτυχίας (Duckworth & Quinn, 2009) και υπογραμμίζει την ανάγκη για μια πιο λεπτομερή ανάλυση των μηχανισμών, μέσω των οποίων η επιμονή μπορεί να ωφελεί ή να επιβαρύνει τους φοιτητές. Επιπλέον, η απουσία στατιστικά σημαντικής συσχέτισης μεταξύ buoyancy και agreeableness εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο της κοινωνικής υποστήριξης στην ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα.


Η παραδοσιακή θεωρία υποστηρίζει ότι τα άτομα με υψηλά επίπεδα συνεργατικότητας επωφελούνται περισσότερο από κοινωνικές σχέσεις που ενισχύουν τη συναισθηματική τους ευημερία (Rohinsa et al., 2019). Ωστόσο, το παρόν εύρημα υποδηλώνει ότι η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα μπορεί να είναι περισσότερο ατομική παρά κοινωνικά καθοδηγούμενη, τουλάχιστον στο πλαίσιο του συγκεκριμένου δείγματος. Η επίδραση αυτών των χαρακτηριστικών δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά εξαρτάται από το πώς αυτά αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και τις προσωπικές στρατηγικές των φοιτητών.


Η μελέτη έχει ορισμένα δυνατά σημεία, όπως η χρήση έγκυρων ψυχομετρικών εργαλείων και η αυστηρή διαχείριση των δεδομένων. Ωστόσο, η αυτοαναφορική φύση των ερωτηματολογίων μπορεί να έχει επηρεάσει τις απαντήσεις λόγω κοινωνικά επιθυμητών αποκρίσεων. Επίσης, το δείγμα περιορίστηκε σε φοιτητές, γεγονός που μειώνει τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.


Για μελλοντικές έρευνες, προτείνεται η διερεύνηση της επίδρασης της αυτορρύθμισης και του ακαδημαϊκού άγχους στις εξεταζόμενες σχέσεις, καθώς και η εφαρμογή διαχρονικού σχεδιασμού για την κατανόηση των αιτιωδών μηχανισμών. Εν κατακλείδι, αυτή η μελέτη παρέχει νέες ενδείξεις για τη σύνθετη σχέση μεταξύ μη γνωστικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας και ακαδημαϊκής προσαρμογής, προτείνοντας ότι η συνέπεια στους στόχους είναι πιο κρίσιμη από την έντονη επιμονή για τη διατήρηση της ανθεκτικότητας.

  


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Alazemi, A. F. T., Heydarnejad, T., Ismail, S. M., & Gheisari, A. (2023). A model of academic buoyancy, L2 grit, academic emotion regulation, and personal best: An evidence from EFL context. Heliyon, 9(2).

Cunningham, R. N. (2018). The role of personality, hardiness, resilience and grit in mediating subjective career success in commercial deep sea divers (Doctoral dissertation, Stellenbosch: Stellenbosch University).

Duckworth, A. L., & Quinn, P. D. (2009). Development and validation of the short grit scale (grit-s). Journal of Personality Assessment, 91(2), 166–174. https://doi.org/10.1080/00223890802634290 

Friala, E. J., Gales, A., Uy, N. J., & Montano, R. L. T. (2023). The impact of grit on the academic buoyancy of Filipino undergraduate students engaged in distance learning. Journal of Further and Higher Education, 47(7), 954-965.

Ghafouri, M., & Tahriri, A. (2023). The interplay of gender, L2 grit and academic buoyancy among Iranian Junior High School Students: A positive psychology and control value theory perspective. Journal of Applied Linguistics and Applied Literature: Dynamics and Advances, 11(1), 121-139.

Han, B., Sembada, A. Y., & Johnson, L. W. (2021). Leveraging underdog positioning and consumer trait agreeableness for sustained marketing strategy. Sustainability, 13(23), 12940.

John, O. P., & Srivastava, S. (1999). The Big-Five trait taxonomy: History, measurement, and theoretical perspectives. In L. A. Pervin & O. P. John (Eds.), Handbook of personality: Theory and research (Vol. 2, pp. 102–38). New York: Guilford Press.

Lin, C. L. S., & Chang, C. Y. (2017). Personality and family context in explaining grit of Taiwanese high school students. Eurasia journal of mathematics, science and technology education, 13(6), 2197-2213.

Martin, A. J., & Marsh, H. W. (2008). Academic buoyancy: Towards an understanding of students’ everyday academic resilience. Journal of School Psychology, 46(1), 53–83. https://doi.org/10.1016/j.jsp.2007.01.002 

Mohammad Hosseini, H., Derakhshesh, A., Fathi, J., & Mehraein, S. (2024). Examining the relationships between mindfulness, grit, academic buoyancy and boredom among EFL learners. Social Psychology of Education, 27(3), 1357-1386.

Rohinsa, M., Cahyadi, S., Djunaidi, A., & Iskandar, T. Z. (2019). The Role of Personality Traits in Predicting Senior High School Students’ Academic Buoyancy. The Journal of Social Sciences Research, 5(9), 1336-1340.

Yang, S., Azari Noughabi, M., & Jahedizadeh, S. (2024). Modelling the contribution of English language learners’ academic buoyancy and self-efficacy to L2 grit: evidence from Iran and China. Journal of Multilingual and Multicultural Development, 45(7), 2701-2717.


 
 
bottom of page