top of page

Η υπερφαγία ως συναισθηματική ρύθμιση

Η υπερφαγία ώς συναισθηματική ρύθμιση | Παύλος Μπουρνελές

Η κατανάλωση τροφής αποτελεί μια από τις πιο θεμελιώδεις ανθρώπινες λειτουργίες, απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής και της υγείας. Ωστόσο, η σχέση του ανθρώπου με το φαγητό δεν περιορίζεται μόνο στη βιολογική ανάγκη. Πολύ συχνά, οι άνθρωποι τρώνε όχι επειδή πεινούν πραγματικά, αλλά για να ικανοποιήσουν συναισθηματικές ανάγκες, να μειώσουν το άγχος ή να νιώσουν προσωρινή ευχαρίστηση. Η ψυχολογική διάσταση της υπερκατανάλωσης φαγητού (overeating) αποτελεί σήμερα αντικείμενο αυξημένου επιστημονικού ενδιαφέροντος, καθώς συνδέεται τόσο με την ψυχική όσο και με τη σωματική υγεία (Razzoli et al., 2017).

 

Το φαγητό ως συναισθηματικό καταφύγιο

Η πράξη του να τρώμε είναι συνυφασμένη με το συναίσθημα. Από τη βρεφική ηλικία, η τροφή συνδέεται με τη φροντίδα, την ασφάλεια και την αγάπη. Κατά συνέπεια, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στην ενήλικη ζωή το φαγητό μπορεί να λειτουργεί ως μέσο συναισθηματικής ρύθμισης. Έρευνες δείχνουν ότι άτομα που βιώνουν έντονο στρες, άγχος ή θλίψη τείνουν να καταναλώνουν περισσότερο φαγητό, ιδιαίτερα τροφές πλούσιες σε ζάχαρη και λίπος (Razzoli et al., 2017). Αυτές οι «comfort foods» ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου, προσφέροντας στιγμιαία ανακούφιση και ευχαρίστηση (Moore et al., 2017). Η ψυχολογική ικανοποίηση που προκύπτει από την κατανάλωση επιπλέον φαγητού λειτουργεί σαν μια μορφή «συναισθηματικού αναισθητικού». Όπως επισημαίνει η Wheatley (2019), πολλοί άνθρωποι στρέφονται στο φαγητό ως τρόπο αποφυγής ή μείωσης των δυσάρεστων συναισθημάτων, όπως η μοναξιά, η απόρριψη ή η ανεπάρκεια. Στην ουσία, το φαγητό δεν ικανοποιεί μόνο το στομάχι αλλά καλύπτει  έστω προσωρινά εσωτερικά κενά.

 

Νευροβιολογικές και γνωστικές πτυχές

Η επιστήμη έχει δείξει ότι η υπερφαγία δεν είναι απλώς ζήτημα αδύναμης θέλησης ή έλλειψης πειθαρχίας. Πρόκειται για μια πολύπλοκη διαδικασία στην οποία εμπλέκονται νευροβιολογικοί και γνωστικοί μηχανισμοί. Σύμφωνα με τους Moore, Sabino και Cottone (2017), η κατανάλωση τροφών υψηλής θερμιδικής αξίας ενεργοποιεί τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που συμβαίνει στις εξαρτήσεις. Το ντοπαμινεργικό σύστημα, ενισχύει τη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση φαγητού και την ευχαρίστηση. Επιπλέον, η έρευνα των Kerin (2018) και Polivy (2020) υπογραμμίζει τον ρόλο της αυτορρύθμισης (self-regulation) και της γνωστικής ελέγχου στη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής. Όταν η συναισθηματική ένταση είναι υψηλή, οι γνωστικοί μηχανισμοί ελέγχου εξασθενούν, καθιστώντας δυσκολότερη την αντίσταση στο φαγητό. Η υπερφαγία, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα μιας προσωρινής ανισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για συναισθηματική αποφόρτιση και στην ικανότητα γνωστικού ελέγχου.

 

Ο ρόλος του στρες και του περιβάλλοντος

Το χρόνιο στρες αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες που οδηγούν στην υπερφαγία. Η ενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων  προκαλεί αυξημένη έκκριση κορτιζόλης, η οποία με τη σειρά της ενισχύει την επιθυμία για ενεργειακά πυκνά τρόφιμα (Papalini et al., 2024). Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι άτομα με υψηλά επίπεδα στρες καταναλώνουν περισσότερες θερμίδες και παρουσιάζουν αυξημένη προτίμηση σε «hyperpalatable» τροφές , εκείνες δηλαδή που συνδυάζουν λίπος, ζάχαρη και αλάτι σε ελκυστικές αναλογίες. Αυτές οι τροφές όχι μόνο αυξάνουν τη βραχυπρόθεσμη ευχαρίστηση, αλλά και ενισχύουν την επιθυμία για περαιτέρω κατανάλωση, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο υπερφαγίας (Razzoli et al., 2017). Παράλληλα, ο σύγχρονος κοινωνικός και διατροφικός πολιτισμός συμβάλλει σημαντικά στη δημιουργία και συντήρηση της συμπεριφοράς αυτής. Η ευκολία πρόσβασης σε έτοιμα φαγητά, η συνεχής προβολή τροφών μέσω διαφήμισης και η κοινωνική σύνδεση του φαγητού με τη χαρά και την επιβράβευση, καθιστούν τη συγκράτηση ακόμη δυσκολότερη. Ο άνθρωπος ζει μέσα σε ένα «περιβάλλον αφθονίας» που διαρκώς τον καλεί να φάει  όχι γιατί πεινά, αλλά γιατί «αξίζει να απολαύσει» (Wheatley, 2019).

 

Οι ψυχολογικές συνέπειες

Αν και η κατανάλωση επιπλέον φαγητού μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, μακροπρόθεσμα συχνά συνοδεύεται από ενοχή, ντροπή και μείωση της αυτοεκτίμησης. Πολλοί άνθρωποι βιώνουν τον λεγόμενο «κύκλο υπερφαγίας–ενοχής». Μετά από ένα επεισόδιο υπερφαγίας αισθάνονται απογοήτευση και αυτοκριτική, γεγονός που αυξάνει το συναισθηματικό βάρος και τελικά τους οδηγεί σε νέα υπερφαγία (Razzoli et al., 2017). Αυτός ο φαύλος κύκλος υπονομεύει τη συναισθηματική ισορροπία και μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη διαταραχών πρόσληψης τροφής, όπως η επεισοδιακή υπερφαγία (binge eating disorder). Επιπλέον, η υπερκατανάλωση φαγητού έχει σοβαρές επιπτώσεις και στη σωματική υγεία. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, μεταβολικού συνδρόμου, καρδιαγγειακών παθήσεων και διαταραχών στον έλεγχο της γλυκόζης (Moore et al., 2017; Papalini et al., 2024). Ωστόσο, οι ψυχολογικές συνέπειες συχνά είναι εκείνες που προκαλούν τη μεγαλύτερη δυσφορία: η απώλεια ελέγχου, η αίσθηση αδυναμίας και η εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην απόλαυση και την αυτοκριτική διαβρώνουν σταδιακά την αυτοεικόνα του ατόμου.

 

Η ανάγκη για κατανόηση και όχι για ενοχοποίηση

Συχνά, οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να ελέγξουν την κατανάλωση φαγητού στιγματίζονται ή χαρακτηρίζονται ως «αδύναμοι». Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει ότι η υπερφαγία δεν είναι ένδειξη έλλειψης χαρακτήρα αλλά αποτέλεσμα σύνθετων ψυχοβιολογικών μηχανισμών. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών αποτελεί το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

 

Σύμφωνα με τον Kerin (2018), η ενίσχυση της ενσυνειδητότητας (mindfulness) στη διατροφή μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να επανασυνδεθούν με τα σήματα πείνας και κορεσμού, αναγνωρίζοντας παράλληλα τα συναισθήματα που τα οδηγούν στο φαγητό. Η προσέγγιση αυτή δεν επιδιώκει τον έλεγχο μέσω στέρησης, αλλά την καλλιέργεια επίγνωσης και αυτοσυμπόνιας. Με αυτόν τον τρόπο, το φαγητό παύει να είναι «παρηγοριά» και μετατρέπεται ξανά σε μια φυσική και ευχάριστη διαδικασία ικανοποίησης των πραγματικών αναγκών.

 

Επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση με το φαγητό

Η ανάγκη για επιπλέον φαγητό ως μέσο ικανοποίησης αποκαλύπτει, σε βαθύτερο επίπεδο, την ανθρώπινη αναζήτηση για φροντίδα, σταθερότητα και ασφάλεια. Όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις ή την εσωτερική ισορροπία, το φαγητό μπορεί να μετατραπεί σε υποκατάστατο. Η ψυχολογική παρέμβαση, επομένως, οφείλει να μην εστιάζει μόνο στο «τι» και «πόσο» τρώει το άτομο, αλλά στο «γιατί» τρώει. Η κατανόηση αυτής της πολυεπίπεδης σχέσης είναι το κλειδί για την αποκατάσταση μιας υγιούς ισορροπίας ανάμεσα στη βιολογική ανάγκη και στη συναισθηματική ικανοποίηση. Το φαγητό, όταν αντιμετωπίζεται με επίγνωση, μπορεί να αποτελέσει μέσο σύνδεσης με το σώμα και όχι τρόπο διαφυγής από το συναίσθημα.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Kerin, J. L. (2018). Resisting the temptation of food: Regulating overeating. Australian Journal of Psychology, 70(1), 56–66. [https://doi.org/10.1111/ajpy.12169](https://doi.org/10.1111/ajpy.12169)

Moore, C., Sabino, V., & Cottone, P. (2017). Pathological overeating: Emerging evidence for a compulsivity construct. Neuropsychopharmacology, 42(7), 1375–1389. [https://doi.org/10.1038/npp.2016.269](https://doi.org/10.1038/npp.2016.269)

Papalini, S., et al. (2024). Stress-induced overeating: Neural and behavioral mechanisms. Physiology & Behavior, 277, 114345. [https://doi.org/10.1016/j.physbeh.2024.114345](https://doi.org/10.1016/j.physbeh.2024.114345)

Polivy, J. (2020). Overeating in restrained and unrestrained eaters. Frontiers in Nutrition, 7, 30. [https://doi.org/10.3389/fnut.2020.00030](https://doi.org/10.3389/fnut.2020.00030)

Razzoli, M., Pearson, C., Crow, S., & Bartolomucci, A. (2017). Stress, overeating, and obesity: Insights from human studies and preclinical models. Neuroscience & Biobehavioral Reviews, 76, 1–12. [https://doi.org/10.1016/j.neubiorev.2016.11.018](https://doi.org/10.1016/j.neubiorev.2016.11.018)

Wheatley, S. D. (2019). Why do people overeat? Hunger, psychological eating, and effective interventions. Journal of Psychological Development and Intervention, 8(2), 45–59.


 
 
bottom of page