top of page

Αβεβαιότητα και ψυχολογία

Αβεβαιότητα και ψυχολογία

Η φράση «δεν ξέρω τι θέλω» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ψυχολογικά φαινόμενα της εποχής μας. Κρύβει μέσα της μια βαθιά ανθρώπινη αγωνία, μια αναμέτρηση με την ελευθερία, την επιλογή και την αβεβαιότητα. Στον σύγχρονο κόσμο των απεριόριστων δυνατοτήτων, όπου ο άνθρωπος καλείται να είναι ταυτόχρονα επιτυχημένος, αυθεντικός, κοινωνικά αποδεκτός και ευτυχισμένος, η εσωτερική του φωνή συχνά χάνεται μέσα στον θόρυβο των προσδοκιών. Το «δεν ξέρω τι θέλω» δεν είναι απλώς μια ένδειξη αναποφασιστικότητας, είναι μια στιγμή αλήθειας, η παραδοχή πως κάτι μέσα μας ζητά επαναπροσδιορισμό.


Η υπαρξιακή ψυχολογία θεωρεί ότι αυτή η αβεβαιότητα αποτελεί φυσικό κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Viktor Frankl (1963) υποστήριξε ότι ο άνθρωπος έχει πρωταρχική ανάγκη να βρει νόημα στη ζωή του, και όταν αυτό λείπει, γεννιέται ένα εσωτερικό κενό που οδηγεί σε σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Το «δεν ξέρω τι θέλω» εκφράζει συχνά αυτή την έλλειψη νοήματος. Παράλληλα, ο Yalom (1980) επισήμανε ότι η ελευθερία να επιλέγουμε συνοδεύεται πάντα από άγχος, αφού κάθε επιλογή φέρει ευθύνη. Η αβεβαιότητα, λοιπόν, δεν είναι παθολογική, είναι η αντανάκλαση της ελευθερίας μας  να επιλέγουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε. Το άγχος του “να μην ξέρω” είναι το τίμημα της ανθρώπινης ελευθερίας.


Η ανθρωπιστική προσέγγιση φωτίζει αυτή την εμπειρία μέσα από το πρίσμα της αυθεντικότητας. Ο Carl Rogers (1961) μίλησε για τη σύγκρουση ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδεατό εαυτό, δηλαδή ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουμε ότι «πρέπει» να είμαστε. Όταν λέμε «δεν ξέρω τι θέλω», μπορεί στην πραγματικότητα να σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε αν αυτό που επιθυμούμε είναι γνήσια δικό μας ή αποτέλεσμα εξωτερικών επιβολών. Ο άνθρωπος που ζει με βάση τις προσδοκίες των άλλων απομακρύνεται από τον εσωτερικό του προσανατολισμό και χάνει την αίσθηση του αυθεντικού του εαυτού. Σύμφωνα με τον Maslow (1970), η πορεία προς την αυτοπραγμάτωση προϋποθέτει την αναγνώριση των αληθινών μας αναγκών, κάτι που συχνά απαιτεί να περάσουμε μέσα από περιόδους σύγχυσης και αβεβαιότητας.


Από γνωστική σκοπιά, το «δεν ξέρω τι θέλω» συνδέεται με συγκεκριμένα μοτίβα σκέψης και πεποιθήσεων. Η γνωστική θεωρία του Beck (2011) εξηγεί πως οι γνωστικές στρεβλώσεις, όπως η υπεργενίκευση ή η καταστροφολογία, μπορούν να παραλύσουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται να επιλέξουν γιατί θεωρούν πως υπάρχει μία “σωστή” επιλογή και πως κάθε λάθος θα είναι μοιραίο. Ο Schwartz (2004) περιγράφει το φαινόμενο της «παράλυσης από την ανάλυση» (analysis paralysis). Όσο περισσότερες επιλογές έχουμε, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αποφασίσουμε. Η αφθονία εναλλακτικών που χαρακτηρίζει την εποχή μας δεν οδηγεί πάντοτε σε ελευθερία, αλλά σε ψυχική κόπωση και άγχος. Το αποτέλεσμα φέρνει ένα παράδοξο, όσο πιο πολύ μπορούμε να διαλέξουμε, τόσο πιο δύσκολο είναι να ξέρουμε τι θέλουμε.

 

Η σύγχρονη κουλτούρα επιτείνει αυτή τη δυσκολία. Ζούμε σε κοινωνίες που προβάλλουν την αυτοπραγμάτωση ως υποχρέωση και την επιτυχία ως μέτρο αξίας. Από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι τον εργασιακό χώρο, το άτομο βομβαρδίζεται με αντικρουόμενα μηνύματα. Να είναι «ο εαυτός του», αλλά και να μοιάζει με τα πρότυπα που του επιβάλλονται. Αυτή η αντίφαση προκαλεί εσωτερική διάσπαση και θολώνει τη σχέση με τις πραγματικές επιθυμίες. Έρευνες δείχνουν ότι η πίεση της διαρκούς αυτοβελτίωσης συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους και σύγχυσης ταυτότητας, ιδίως στις νεότερες γενιές (Twenge et al., 2021). Το «δεν ξέρω τι θέλω» μπορεί τότε να γίνει μια μορφή σιωπηλής αντίστασης απέναντι στην κοινωνική απαίτηση της διαρκούς βεβαιότητας.


Σε θεραπευτικό πλαίσιο, η στιγμή που κάποιος αναγνωρίζει την αβεβαιότητά του μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής. Ο Winnicott (1965) περιέγραψε τη «μεταβατική περιοχή» ως έναν ψυχικό χώρο όπου το άτομο μπορεί να πειραματιστεί, να φανταστεί και να σχετιστεί δημιουργικά με τον εαυτό και τον κόσμο. Το να μην ξέρουμε τι θέλουμε μπορεί να είναι ακριβώς αυτός ο μεταβατικός χώρος. Ένα στάδιο ψυχικής αναδιοργάνωσης. Αντί να θεωρείται αδυναμία, η αμφιθυμία μπορεί να εκληφθεί ως απόδειξη εσωτερικής κίνησης. Μέσα από την αμφιβολία, το άτομο αρχίζει να ακούει προσεκτικά τα πιο γνήσια του συναισθήματα, αυτά που συχνά είχαν σιωπήσει κάτω από τον θόρυβο της καθημερινότητας.


Ο Rollo May (1981) αναφέρεται στο «δημιουργικό άγχος» ως κινητήρια δύναμη εξέλιξης. Το άγχος που γεννά η αβεβαιότητα δεν είναι πάντα καταστροφικό, μπορεί να γίνει δημιουργικό, αν το αντιμετωπίσουμε ως πρόσκληση για αναζήτηση νοήματος. Η ωριμότητα, όπως υποστηρίζουν οι υπαρξιακοί και ανθρωπιστικοί ψυχολόγοι, δεν έγκειται στην εξάλειψη της αβεβαιότητας αλλά στην ικανότητα να τη διαχειριζόμαστε με θάρρος και περιέργεια. Ο άνθρωπος που μπορεί να πει «δεν ξέρω τι θέλω» χωρίς να πανικοβληθεί, ανοίγει τον εαυτό του στη δυνατότητα αλλαγής. Η εσωτερική κατεύθυνση δεν είναι κάτι που ανακαλύπτουμε μονομιάς, είναι κάτι που διαμορφώνουμε σταδιακά, μέσα από εμπειρίες, λάθη, σχέσεις και στιγμές σιωπής. Η σύγχυση συχνά προαναγγέλλει την αναδιοργάνηση του εαυτού, όπως η νύχτα προηγείται της αυγής. Αντί λοιπόν να φοβόμαστε το «δεν ξέρω τι θέλω», ίσως χρειάζεται να το αγκαλιάσουμε ως χώρο μάθησης και μεταμόρφωσης.


Σε τελική ανάλυση, η αβεβαιότητα δεν είναι η απουσία κατεύθυνσης, αλλά η προϋπόθεση για να βρεθεί μια νέα. Το να μην ξέρουμε τι θέλουμε μπορεί να είναι η πιο ειλικρινής απάντηση σε έναν κόσμο που απαιτεί βεβαιότητες. Ίσως η ψυχική ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να γνωρίζουμε πάντα τον προορισμό, αλλά στο να μπορούμε να περπατάμε με εμπιστοσύνη ακόμη κι όταν δεν τον βλέπουμε καθαρά. Γιατί το «δεν ξέρω τι θέλω» δεν είναι το τέλος, είναι το πρώτο βήμα προς την αλήθεια του ποιοι είμαστε.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Beck, J. S. (2011). Cognitive behavior therapy: Basics and beyond (2nd ed.). Guilford Press.

Brown, B. (2018). Dare to lead: Brave work. Tough conversations. Whole hearts.Random House.

Frankl, V. E. (1963). Man’s search for meaning: An introduction to logotherapy. Beacon Press.

Maslow, A. H. (1970). Motivation and personality (2nd ed.). Harper & Row.

May, R. (1981). Freedom and destiny. Norton.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A therapist’s view of psychotherapy.Houghton Mifflin.

Schwartz, B. (2004). The paradox of choice: Why more is less.HarperCollins.

Twenge, J. M., Campbell, W. K., & Gentile, B. (2021). Changes in self‐esteem across generations: The role of cultural individualism. Journal of Personality and Social Psychology, 120(3), 655–672.

Winnicott, D. W. (1965). The maturational processes and the facilitating environment. Hogarth Press.

Yalom, I. D. (1980). Existential psychotherapy. Basic Books.

 
 
bottom of page